Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2014

Εικασίες για τα άγρια ζώα


΄Εχουμε ξεχάσει τα άγρια ζώα. Πέρασαν χιλιάδες χρόνια, στη διάρκεια των οποίων οι άνθρωποι τα σκεφτόντουσαν στον ξύπνιο και στον ύπνο.
ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΝΙΤΣΕ

΄Ελεγε πολλές φορές αυτή την ιστορία. Την επαναλάμβανε με μια ακατανόητη ανεμελιά, σε τακτά χρονικά διαστήματα, την πλάσαρε εμβόλιμα σε άσχετες συζητήσεις.
Κατά τ΄άλλα, οι αφηγήσεις της είχαν πάντα ειρμό και πειθαρχία υποδειγματική.
Είχανε πάει εκδρομή στην ορεινή ναυπακτία, μια μεγάλη παρέα. Κάπου κοντά στην ΄Ανω Χώρα. Αυτή ήταν οκτώ  χρονών. ΄Επαιζε σε κάποιο ξέφωτο του δάσους. Γύρω της ελάτια, μερικοί κέδροι κατάξεροι και χαμηλοί θάμνοι μ΄αγκάθια. Η κοπελίτσα αποκόπηκε από τους άλλους, ξέφυγε απ΄την επίβλεψη των δικών της και χάθηκε μέσα στα δέντρα.
Τότε συνέβη το αναπάντεχο. Γιατί ένα μικρό, ένα νεογέννητο σχεδόν, ελάφι, έπεσε τρέχοντας πάνω της.Χώθηκε ανάμεσα στα σκέλια της γυρίζοντας σαν σβούρα, πανικόβλητο, με το κοριτσάκι στη ράχη του, και την παρέσυρε έτσι, καβάλα ανάποδα, δέκα και πλέον μέτρα μέχρι να απαλλαγεί από το φορτίο του και να σβηστεί στην άκρη του δάσους, σαν αστραπή.
΄Εμεινε να κρατάει στη χούφτα της μια τούφα. Μια χνουδωτή τούφα χρώματος ξανθοκόκκινου. Ήταν κατάπληκτη, κοιτούσε το χέρι της και δεν μπορούσε να αποφασίσει τι να κάνει μ΄εκείνη την τούφα.
Με χειρονομίες και ξεφωνητά κατέφτασαν κάποτε οι δικοί της. Τη μαλώσανε. Εκείνη τους έδειξε απορημένη τη χούφτα της με το χνούδι. Το μαλλί του ελαφιού. Κανείς δεν της έδινε όμως σημασία. ΄Εφυγαν άρον άρον αφήνοντας πίσω τους άλλους. Αυτό το περιστατικό διηγούνταν.
΄Ηταν η κακιά στιγμή για μένα. ΄Ετσι λέω. Γιατί εκείνο το χνούδι μέσα στη χούφτα της , το φυλάει ακόμα. Τούτο είναι που δεν την αφήνει να ησυχάσει. Δεν την αφήνει να σταματήσει πλάι μου. Ενώ εγώ στέκομαι ακίνητος, σαν κούτσουρο καμένο. Στέκομαι και φαντάζομαι όλη την ώρα το μικρό ελάφι μέσα στο δάσος να φεύγει μακριά. Στη ράχη του , ανάποδα, κουβαλάει μια παιδούλα.
Τέτοια χαζά πράγματα κάνω. Κι όταν καμιά φορά κοιτάξω κρυφά τη δική μου χούφτα, δεν βλέπω μέσα καμιά τούφα από ξανθοκόκκινο μαλλί, στο ωραίο χρώμα που είχαν τα γένια μου πολλά χρόνια πριν. Βλέπω μόνο στάχτη. Κρύα στάχτη.
«Εκείνοι που δεν κινούνται, δεν παρατηρούν τις αλυσίδες τους» έλεγε η Ρόζα Λούξεμπουργκ. Ξεχώθηκε κι αυτή, καταχωνιασμένη χρόνια, βγήκε από τον τάφο της , για να με συνετίσει σε θέμα άσχετο.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα χειρότερο. Τις τελευταίες μέρες, ούτε ελάφια μου φανερώνονται ούτε τίποτε παρόμοιο, παρά μια άλλη σκέψη καρφώθηκε στο μυαλό μου. Μια υπόνοια βρόμικη που με λερώνει.
Μήπως δεν ήταν ελάφι, νεογέννητο, εκείνο στο δάσος , αλλά ένα μοχθηρό πλάσμα που τη φόβισε και της έκανε μεγάλο κακό. Μην και δεν νοσταλγεί την απόλυτη χαρά η γυναίκα, όπως εγώ νόμιζα, αλλά φόβος μέγας και σκοτεινός την τρομάζει ακόμα. Και τις νύχτες πιά , βλέπω το ίδιο όνειρο. ΄Ένα μικροσκοπικό κατακίτρινο σκυλάκι, μια μινιατούρα σκυλιού, να με αλυχτάει λυσσασμένα, να μ΄εχει αρπάξει από τα μπατζάκια και να με τραβάει. Τα σουβλερά δόντια του να έχουν καρφωθεί στην κνήμη μου.
Ξυπνώ βογγώντας, έκπληκτος από το θράσος του, και μουσκίδι στον ιδρώτα.
΄Ετσι, με τέτοιους τρόπους, με εικασίες δηλαδή και φαντασιώματα, πασκίζω να ερμηνεύσω τα πράγματα, να τα βάλω σε τάξη, να καταλάβω τι φταίει κι΄αυτή δεν μου παραδίνεται. Ρωτάω λεπτομέρειες, δήθεν αδιάφορος, για τη σύνθεση εκείνης της παρέας, για όσους είχαν πάει μαζί της εκδρομή. ΄Υπουλος, εκμαιεύω πληροφορίες, ψάχνω επίμονα. Αλλά και πάλι πουθενά δεν μπορώ να καταλήξω.
Φτύνω κάθε φορά που τελειώνω μια τέτοια μάταιη έρευνα. Ρίχνω ένα επιδέξιο φτύσιμο, που φτάνει σε πολύ μεγάλη απόσταση. Μένω έκθαμβος με το κατόρθωμά μου κι ο νούς μου τότε πάει αθέλητα στη Λούλα του Μάρκαρη, γειτόνισσα της παιδικής ηλικίας.Τη θυμήθηκα μετά από χρόνια γα τούτο και μόνο το λόγο . Για το συχνό φτύσιμό της.
Ξερόφτυνε όλη την ώρα. Σούφρωνε αλλόκοτα τα χείλη και με ψιλό συριγμό έριχνε το σάλιο σε απίστευτα μακρινή απόσταση. Θα ήταν μια συνήθεια η οποία σχετιζόταν πιθανώς με τις οσμές της κωμόπολης. ΄Ισως θα πρέπει  και να το αποδώσω σε κάποιο στομαχικό πρόβλημα. Ζορίζομαι πολύ ν΄αποφασίσω, αλλά τελικά τη βρίσκω την αιτία. Καταλήγω πως ήτανε πίκρα. Είχε κατακάτσει , από τέτοια μικρή ηλικία, σάπιο πράγμα μέσα της και έπρεπε να το φτύσει μακριά.
Αυτές τις σημειώσεις τις βρήκα στοιβαγμένες στη βιβλιοθήκη, ανάμεσα σ΄άλλα γραπτά μου. Ξεχασμένες εκεί, πάνω από πέντε χρόνια. Τις διάβασα σήμερα και έμεινα  κατάπληκτος μ΄εμένα. Γιατί ήμουνα εξήντα χρονών άντρας κι έψαχνα να βρω τις αιτίες του κακού στο άλλο πρόσωπο. Σ΄εκείνη που ήταν μόνο τριάντα πέντε.
Ψέματα αράδιαζα στον εαυτό μου. Ανέσυρα από το πηγάδι της μνήμης την κακομοίρα τη Λούλα του Μάρκαρη κι ονειρευόμουνα ελάφια και μικροσκοπικά σκυλιά.
΄Εκανα πως δεν την άκουγα τη μαύρη αρκούδα που ζύγωνε. Αυτήν που ανοίγει κάθε βράδυ ένα τεράστιο στόμα πάνω απ΄το προσκεφάλι μου.
Αφού τα άγρια θηρία που οσμίζονται βαριά τον αέρα δεν ψάχνουν να βρούν τίποτε άλλο παρά εσένα που τα καλείς. Που τα μαυλίζεις κοντά σου. Γιατί μυρίζει ο χρόνος, αίμα.
΄Ελεος πρέπει να της πω. ΄Εκανα μεγάλο λάθος που μεγάλωσα τόσο. Μη με φας , θηρίο. Μη με φας, όσο μπορώ ακόμα να θυμάμαι.

Από το βιβλίο του Ανδρέα Μήτσου «Η ΕΞΑΙΣΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΤΑ ΨΑΡΙΑ»

Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014

Μάθημα αγάπης

Της Χρυσούλας Θ. Λυμπεροπούλου


Από το περιοδικό ΜΟΡΙΑΣ, Τεύχος 55, Σελ. 33-34

Πως μπορείς να ξεγελάσεις αυτά τα πανέξυπνα μάτια; Το σπινθηροβόλο βλέμμα, που δεν αφήνει περιθώρια διαφυγής, ερεύνησε σχολαστικά, από πάνω έως κάτω, για άλλη μια φορά τον νεαρό άντρα.

«Πανύψηλος!» σκέφτηκε ο Βασίλης. Στην ηλικία των οκτώ χρόνων πολλές φορές τα αγόρια μεγαλοποιούν τα πράγματα. Είναι τότε που παλεύουν με τους γίγαντες και τα θεριά, και μαζί με τον Δον Κιχώτη υπερασπίζονται την τιμή της Δουλτσινέας τους, αλλά και όποιου άλλου τύχει. Αυτή του όμως η κρίση ήταν τελείους αντικειμενική. «Πανύψηλος».

— «Καλή σου μέρα», είπε ο ...πανύψηλος και ο Βασίλης, τεντώνοντας το σώμα του σαν αιλουροειδές έτοιμο να επιτεθεί, απάντησε κοφτά «γεια».

— «Πώς και κάθεσαι μόνος σου εδώ στα βράχια;» ρώτησε ο νεαρός άντρας. «Γιατί δεν παίζεις με τα άλλα παιδιά;» συνέχισε.

— «Δεν βλέπεις ότι ψαρεύω;» απάντησε κοφτά ο Βασίλης. «Γιατί νομίζεις ότι το κρατώ αυτό;» συνέχισε δείχνοντας στον άντρα το καλάμι του. «Νομίζεις ότι θα ρουφήξω την θάλασσα;»

— «Εντάξει φίλε μου, εντάξει» είπε με ήρεμη και γλυκιά φωνή ο άντρας.

— «Μη με λες φίλο σου γιατί δεν είμαι. Εγώ δεν είμαι φίλος κανενός».

Ο πικρόχολος και ειρωνικός τόνος της φωνής του Βασίλη διαπέρασε την ψυχή του άντρα. Η επόμενη κίνηση του, όμως, ήταν αυτή που κυριολεκτικά χτύπησε την πόρτα της καρδιάς τον μικρού. Ο ξένος κάθησε ήρεμα δίπλα του στον βράχο.

— «Με λένε Μιχάλη και έχεις δίκιο. Δεν είμαστε φίλοι, θα μπορούσαμε όμως να γίνουμε. Έτσι δεν είναι;»

— «Δεν είμαι φίλος κανενός. Δεν τα είπαμε αυτά: Δεν θέλω, βρε παιδί μου».

— «Ξέρω πολλά κόλπα να σου δείξω για να πιάνεις μεγάλα ψάρια», είπε ο Μιχάλης κοιτάζοντας το μικρό, άδειο πανεράκι του αγοριού. Του πήρε το καλάμι από το χέρι και, βάζοντας ένα περίεργο δόλωμα στην άκρη του αγκριστιού, το έριξε στη θάλασσα. Μέσα στα επόμενα τρία λεπτά ο Βασίλης ούρλιαζε από την χαρά του ανεβάζοντας ένα ψάρι που το βάρος του σίγουρα ξεπερνούσε το μισό κιλό.

— «Τι είσαι 'συ βρε παιδάκι μου; Καλό! Πολύ καλό!» τσίριξε.

Και κει που γύριζε προς το μέρος του είδε τον άντρα να περπατάει στα βράχια και ν' απομακρύνεται. Σήκωσε το χέρι του και του φώναξε: «Γεια σου, Μιχάλη. Ευχαριστώ».

— «Γεια σου φίλε μου, Βασίλη», είπε ο Μιχάλης κουνώντας και αυτός το χέρι του. «Αύριο πάλι την ίδια ώρα».

Τι νύχτα ήταν κι αυτή; Τα μάτια του Βασίλη ούτε για δέκα λεπτά δεν μπόρεσαν να κλείσουν. «Μήπως δεν ακούσω το ξυπνητήρι; Μήπως δεν προλάβω; Ευτυχώς που τελείωσε το σχολείο! Και το δόλωμα; Πού το είχε τόση ώρα και 'γω δεν το είδα;»

Χιλιάδες ερωτηματικά πλημμύριζαν το μυαλουδάκι του ώσπου, επιτέλους ξημέρωσε. Ο Μιχάλης! Μπορεί και να τον έκανε φίλο του. Μπορεί! Ξεκίνησε κρατώντας στο χέρι τα σύνεργα του. Έκατσε στον γνωστό βράχο και περίμενε.

— «Καλημέρα, φίλε μου», είπε ο Μιχάλης.

— «Καλημέρα» απάντησε ο Βασίλης γεμάτος ενθουσιασμό. «Πάλι δεν τον άκουσα να έρχεται» σκέφτηκε ο μικρός.

— «Έτοιμος!» είπε ο Βασίλης δείχνοντας στον νέο του φίλο τα σύνεργα του ψαρέματος. «Έφερα και σακούλες πολλές μαζί μου. Σήμερα θα πιάσουμε χίλια ψάρια!»

— «Σήμερα θα πιάσουμε δύο ψάρια, ένα για την γιαγιά σου και ένα για σένα. Και μετά θα σε ταξιδέψω» είπε ο Μιχάλης.

— «Η γιαγιά μου δεν με αφήνει να φύγω, είπε γρήγορα ο μικρός.

Το γαλήνιο χαμόγελο που απλώθηκε στο πρόσωπο του Μιχάλη θύμιζε τα μικρά κύματα που σκάνε στην άκρη του γυαλού τώρα που δεν φυσάει. «Και για που;» ρώτησε αμέσως μετά ο πιτσιρίκος όλο περιέργεια. Αμέσως όμως άρχισε να ουρλιάζει με χαρά. «Καλέ καβούρια μαζί! Καλέ τρέχουνε, δηλαδή κολυμπάνε. Κάνουν σαν να παίζουν μπάλα. Ε, δεν ξέρω πια τι κάνουν, αλλά, πάνε πολύ γρήγορα! μα τι γίνεται εκεί κάτω; Να ένα ψάρι σαν αυτό που πιάσαμε χτες!» Σταμάτημα δεν είχε το στόμα του.

Ο Μιχάλης έβαλε το χέρι του μέσα στο νερό και το ψάρι πλησίασε.

— «Το χαϊδεύεις! Δεν το πιστεύω! Σε αφήνει και το χαϊδεύεις!» φώναξε έξαλος από χαρά ο μικρός φίλος μας. «Τώρα έκανες και το ψάρι φίλο σου. Μα τι είσαι 'συ βρε Μιχάλη μου! Τι είσαι εσύ;»

Με μια ελαφριά κίνηση ο Μιχάλης έπιασε το χέρι του μικρού Βασίλη και το έβαλε δίπλα στο δικό του μέσα στο νερό.

— «Σκέψου πως τούτο 'δω το ψάρι είναι πράγματι ένας φίλος σου, και άφησε να περάσει μέσα από το χέρι σου όλη η αγάπη που νιώθεις γι' αυτό» του είπε. Και το ψάρι ακούμπησε το μικρό χεράκι που έτρεμε πού και πού γιατί είναι γεγονός πως φοβήθηκε λίγο στην αρχή, αλλά στην αρχή μόνο, πριν πιάσει το ...σκυλόψαρο, όπως είπε αργότερα στα άλλα παιδιά.

Τι τυχερός που ήταν που είχε φίλο του το Μιχάλη! Ποτέ δεν είχε νιώσει ξανά έτσι για άνθρωπο. Τόσες μέρες τώρα κάνανε μαζί χιλιάδες πράγματα. Χαιρετούσαν τα ψάρια του βράχου τους και μετά ο Μιχάλης τον ...ταξίδευε. Ταξίδεψαν στο κύμα, στο θαλασσινό αγέρι, έμαθε ν' ακούει τα μυστικά που του ψυθίριζε ο άνεμος, να παίρνει μηνύματα που του έστελναν τα φουσκωμένα πανιά των καραβιών αλλά και οι φωνές των γλάρων. Τις άκουγε κι αυτές. Και τώρα που ήξερε την γλώσσα τους, δεν του έφερνε πονοκέφαλο η λαλιά τους. Καταλάβαινε πότε το αρσενικό φώναζε το ταίρι του και θαύμαζε τα ωραία και ιδιόρυθμα τραγούδια τους. Γιατί έτσι είπε ο Μιχάλης. Όλη η πλάση ξέρει να λέει τραγούδια. Τραγουδάνε στον θεό, ταπεινό «ευχαριστώ» για την ύπαρξη τους, τραγουδάνε στον Ήλιο που τα ζεσταίνει και τους δίνει ενέργεια, τραγουδάνε στην φύση και στον άνεμο για την ευγένεια που τους δείχνει αλλά και την κατανόηση. Και τραγουδάνε και στην ψυχή του Βασίλη. Ποτέ δεν θα μπορούσε να πιστέψει ότι ολόκληρη η πλάση μπορεί να του τραγουδήσει. Όμως ο Μιχάλης έτσι είπε. Και ο Μιχάλης ξέρει τα πάντα— Και δεν λέει ποτέ, μα ποτέ, ψέματα! Είναι σίγουρος ο μικρούλης μας ότι ο καλός του φίλος, ο Μιχάλης, θα κρατήσει τον λόγο του. Του υποσχέθηκε πως όσο σκέφτεται και λειτουργεί με γνώμονα την αγάπη θα είναι πάντα μαζί του.

Πόσο χαίρεται που έχει φίλο του τον Μιχάλη! Για τίποτα, μα για τίποτα στον κόσμο δεν θα ήθελε να τον χάσει. Γι' αυτό θα θυμάται και θα αναγνωρίζει πάντα το τραγούδι του γλάρου, τα μυστικά του ανέμου και των φουσκωμένων πανιών, το τραγούδι της φύσης στον Πλάστη αλλά, κυρίως, το δικό του τραγούδι, το τραγούδι της Αγάπης που του έμαθε ο Μιχάλης, ο φίλος του ο Μιχάλης που τόσο ξαφνικά και αναπάντεχα μπήκε μέσα στην ζωή του και φώτισε κάθε σκοτεινή γωνιά της μικρής καρδούλας του με ένα υπέροχο και γλυκό φως, το φως που αποκτά κάθε καρδιά όταν διδάσκεται επιτέλους το Μάθημα της Αγάπης!

Πηγή: mikrosapoplous.gr

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2014

" ΤΟ ΑΛΟΓΟ " Ζ.ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ


{Το διήγημα αυτό του Ζαχαρία Παπαντωνίου συμπεριλήφθηκε στα Νεοελληνικά αναγνώσματα 
του έτους 1931 για τους μαθητές της Α΄τάξεως των Γυμνασίων. Έκτοτε εξοβελίσθηκε- 
και είναι νομίζω δυσεύρετο- γιατί προκαλεί ένα εύρος δυσάρεστων συναισθημάτων από πικρία 
και θλίψη μέχρι έντονο προβληματισμό και αγανάκτηση από τη στυγνή και αδιάκριτη άσκηση 
της εξουσίας και προ πάντωντην πλήρη έλλειψη ευαισθησίας των τελευταίων εκτελεστικών οργάνων}.


Ο γέρος καρροτσέρης, η επιστρατεία, ο χάρος κεραστής.



Ένα κάρρο ανέβαινε από τα σφαγεία. Μέσα έφερνε ένα βώδι σφαγμένο με τα πόδια στον ουρανό. Απάνω στο σφαχτό καθόταν ο καρροτσέρης, ένας άνθρωπος μελαχροινός με ψαρά γένεια και το παιδί του. Το κάρρο κυλιώταν αργά, νωθρά μέσα στη γαλήνη.
Ήταν Απρίλης, είχε πέσει το βράδυ κι΄άναβαν τα φώτα. Από το καμουτσίκι, ένα μαδημένο σκοινί, μπορούσε να καταλάβη κανείς πως ο καρροτσέρης αγαπούσε τ΄άλογο. Το καμουτσίκι έπεφτε στα καπούλια πολύ ελαφρά σαν παιγνίδι. Και σ΄ όλον τον ανήφορο από τα σφαγεία ίσα με την πόλη αυτό το άλογο δεν άκουσε βρισιά, μήτε προσταγή, παρά τη φωνή: «Έλα Κύρκο, άϊντε Κύρκο». Έτσι μ΄αυτό το χάδι ανέβαινε και σέρνοντας το κάρρο, ένα σφαχτό και δυό ανθρώπους.
-Που λες, είπεν ο γέρος καρροτσέρης και φτύνοντας καπνό, που λες, ο Κύρκος έχει φιλότιμο. Να τ΄ακούς εσύ, που κάποτε το χτυπάς. Δεν τα δέρνουν τα ζα. Το ζω είναι άνθρωπος. Και τέτοιο άλογο που το βρίσκεις; Σαν τούτο! Μας τρέφει όλους, που λες. Δίνει ψωμί εμένα, εσένα και της μάνας σου, των αδελφιών σου, του σπιτιού. Ένα ζω να θρέφη οκτώ ανθρώπους!... Θα πης εγώ δουλεύω. Αμ΄αυτό δουλεύει πρώτα κ΄ύστερα ΄γω. Γιατί αυτό είναι δουλευτής που δε βρίσκεται. Είν΄από τη Σερβία. Χρεωθήκαμε να το πάρουμε. Δεν τα ξέρεις εσύ.
Πέρασε κάμποση ώρα σιωπής.
Το παιδί έπαιζε με την ουρά του βωδιού. Ο γέρος έφτυνε τον καπνό λέγοντας πότε-πότε: Φτου φαρμάκι! Έπειτα ξανάρχισε:
-Που λες…. Πόσες αραμπαδιές έφερε ο Κύρκος απ΄τα νταμάρια… Κανένα άλογο δεν κουβάλησε τόση πέτρα, τόσο λιθάρι. Δώδεκα δραχμές την ημέρα. Μας έσωσε. Κι΄απ΄την Πεντέλη, πριν πάρουμε κάρρο δικό μας, είχε ζευτεί και τράβαγε μάρμαρο και κακό. Να μάρμαρο! Θεώρατο, για αγάλματα, που λες. Και να πης πως δεν ήτανε άγριο! Ήταν, όμως εγώ του μιλώ. «Κύρκο», να του πης, ακούει αυτός, γιατί το ζω καταλαβαίνει. Τα βάσανά μας, τη φτώχεια… όλα. Και πως εγώ είμαι άρρωστος, το ξέρει κι΄αυτό.
Το κάρρο πήγαινε βαρειά. Οι ρόδες βροντούσαν με το ρυθμό τους, εκείνο το ρυθμό που ξέρετε, που τον ακούτε κάποτε τη νύχτα, μόνον αυτόν, μέσα στην πόλη. Ξανάρχισε ο γέρος:
- Άκου. Αύριο τα΄άλογο και το κάρρο και τη δουλειά θα την πάρης εσύ. Εγώ δεν μπορώ. Ξέρεις που η μέση μου πονεί. Να, θα πέσω. Μούπε ο γιατρός να μη δουλεύω. Και τι να κάμης, έλα ντε. Ζήσε χωρίς δουλειά μια φαμίλια οχτώ στόματα. Έ! Που καταντήσαμε. Να κουβαλούμε απ΄τα σφαγεία δυόμισυ δραχμές την ημέρα. Τι να κάμης, πως ν΄ανεβής σε νταμάρι, άρρωστο κορμί; Κ΄η αδελφή σου κίτρινη σε κακό χάλι! Ναι. Η Βγενιώ την είδες πως είναι; Αυτά θέλουν γιατρούς, παράδες…
- Είμαστε δυστυχισμένοι, άκου παιδί μου. Κύττα να δουλέψης. Μην το κάνης σαν το αφιλότιμο το μεγαλείτερο. Ο Θεός να τον παιδέψη αυτόν. Κύτταξε συ να πάρης τη δουλειά. Να πάρης τον Κύρκο να τον ξαναπάς στα νταμάρια, να βγάλουμε ψωμί. Να γιατρευτώ κι΄εγώ. Και η μάννα σου να μη ξενοπλένη, κι΄η Βγενιώ να κάνη χρώμα που βήχει το κορίτσι…. Βήχει τα΄ακούς; Να τον βγάλης εδώ τον ανήφορο! Έλα σιγά! Χάϊδευέ τον στο λαιμό. Άϊντε Κύρκο…
Το παιδί πήδησε κάτω, έπιασε τα΄άλογο κα τραβούσε. Ο γέρος έβλεπε με ανάπαυση τη λιγερή σκιά του παιδιού, το τολμηρό του χέρι που κρατούσε τα λουριά, έβλεπε τη συνέχειά του. Αυτό το παιδί θα γενή καλός καρροτσέρης. Ναι! Είναι τόσο δύσκολο να ιδή κανείς το παιδί του να μπαίνει στον ίσιο δρόμο, να παίρνη την πατρική δουλειά και να την σέρνει στο μέλλον, να την κάνη κάτι αιώνιο, σαν νάναι ο ίδιος ο γέρος ξαναγεννημένος!
Πέρασαν εμπρός από κάποιο εικόνισμα του δρόμου. Ο γέρος έβγαλε την ψάθα του και σταυροκοπήθηκε μέσα στο σκοτάδι. Ήταν άρρωστος, σακατεμένος, όμως δε σταυροκοπήθηκε για τον εαυτό του. Είπε: «Θέ μου, κάμε να μη βήχη το κορίτσι η Βγενιώ. Κάμε τούτο το παιδί να πάρη στα χέρια του το κάρρο με τον Κύρκο. Και για μένα, ό,τι πεις».
Έπειτα συλλογίστηκε το σπίτι του, ένα άθλιο χάλασμα στους Αέρηδες και μέσα τα παιδιά του που φώναζαν, η γυναίκα του επάνω σε μια σκάφη, το κορίτσι του σ΄ένα κρεββάτι μ΄εκείνο το βήχα, που δεν μπορείς να τον ακούς, κι΄ο γιατρός νάρχεται να λέη «φάρμακα, αέρας, λουτρά», όλα τα πράμματα που δεν γίνονται. Τα συλλογίστηκε όλα.


* * *

Το κάρρο είχε προχωρήσει πολύ μέσα στη πόλη, όταν άκουσε μια φωνή:
-Άλτ!
Η φωνή ερχόταν από μακρυά και δεν κατάλαβε πως ήταν γι αυτόν. Όμως το «Άλτ»! ξανακούστηκε. Το κάρρο σταμάτησε. Τρεις στρατιώτες του πυροβολικού κι΄ένας δεκανέας με τα όπλα στον ώμο, πλησίασαν.
-Έλα, κατέβα κάτω, είπε ο δεκανέας.
-Σ΄εμένα το λες;
-Άειντε, γειά σου, κατέβα να μη χάνουμε καιρό.
-Και γιατί;
-Κουβέντα θέλεις, πατριώτη; Το κάρρο θα το πάμε στον στρατώνα. Επιστρατεία έχομε. Τώρα το μαθαίνεις;
-Επιστρατεία…
-Ναι, γειά σου. Αναγκαστική εισφορά. Πιάστε από κει να ξεφορτώσουμε…Άειντε γειά σου. Τι έχεις μέσα…
-Κοτζάμ βώδι!
-Να το ρίξης κάτω.
-Έτσι μες στο δρόμο; Για στάσου, βρέ παιδί, τ΄είναι τούτα; Θα το πάω στην αγορά. Έχω δουλειά, έχω μεροκάματο.
-Το μεροκάματο κυττάς, καημένε, ή που φεύγει απόψε το σύνταγμα; χωρατεύεις;
-Για εξήγα μου, χριστιανέ μου… Για πές… πως παίρνεις έτσι τα΄άλογο τ΄αλλουνού, απ΄το δρόμο… Έτσι το λέει ο νόμος.!
-Τώρα θα σου ξηγήσω και το νόμο; Εμπρός βοηθάτε από δω. Σύντομα.
Είπεν ο δεκανέας κι΄οι στρατιώτες ανέβηκαν στις ρόδες. Πιάνοντας κι΄οι τρεις έσυραν το βώδι προς τα έξω. Το μαύρο σφαχτό έπεσε με βρόντο βαρύ κάτω στο πεζοδρόμιο.
- Έλα μάρς! Είπεν ο δεκανέας. Κόπιασε κοντά, πατριώτη.
- Που κοντά;
- Στον στρατώνα να πάρης τον αριθμό σου. Κι΄ύστερ΄απ΄τον πόλεμο, αν γίνη πόλεμος, ύστερ΄απ΄την επιστρατεία τέλος πάντων, νάρθης να πάρης τ΄άλογό σου και το κάρρο, ή να πληρωθής απ΄το δημόσιο αν σκοτωθή το ζω.
Ο γέρος γύρισε και κύτταξε το βώδι πούταν πεσμένο στο δρόμο. Είπε στο παιδί του: «Κάτσε αυτού ως που ναρθώ».Το παιδί έπεσε απάνω στο βώδι και ξεκουραζόταν. Ο γέρος ακολουθούσε το κάρρο. Δεν έλεγε τίποτα. Ένας στρατιώτης εκεί που πήγαιναν χωρίς καμμιά κουβέντα, γύρισε και τούπε:
-Άμ ό,τι έχουμε και δεν έχουμε, πατριώτη, θα το δώσουμε για την πατρίδα.
Ο γέρος μετά κάμποση ώρα του απήντησε:
-Ποιος λέει όχι. Για την πατρίδα είν΄όλα. Μα ο Θεός δίνει σε κάποιους, βλέπεις, έξη παιδιά. Κ΄ετούτη η δόλια καρδιά που έχουμε, σάμπως μπορείς να την κάμης όποτε θέλεις πέτρα στο νταμάρι; Για να μην ακούη; Πάντα καρδιά είναι.
-Καραβάσης! Εφώναξε ο δεκανέας στον στρατιώτη πούσερνε το άλογο. Τράβα γρήγορα.
Φτάσανε στον στρατώνα κι΄έμπασαν το κάρρο στην αυλή φωνάζοντας «έ! ώ! 'ιπ!». Το σύνταγμα ετοιμαζόταν. Θάφευγε τα μεσάνυχτα. Ο γέρος στάθηκε κι άκουγε το θόρυβο της αυλής. Οι έφεδροι χόρευαν, πηδούσαν, τάραζαν τον κόσμο από τις φωνές. Τα τραγούδια, τα λιανοτράγουδα, τα λησμονημένα, τα παληά, ηχούσαν τόσο χαρωπά, σε τόνο που ποτέ δεν τους έδωκε το κρασί, ποτέ τα πανηγύρια. Τούτο το μεθύσι και ο χάρος κεραστής, πρώτη φορά τώβλεπεν ο γέρος. Έβλεπε του χορού τους τρελλούς γύρους, το χορευτή πούτρεμε το κορμί του στον αέρα, το πηλήκιο που σφενδονιζότανε ψηλά. Ανάμεσα στο τραγούδι, χίλιοι θόρυβοι, της καινούργιας αρβύλας το βιαστικό πάτημα, η προσταγή, το κάρφωμα κασσονιών, το φόρτωμα, πετάλων χτυπήματα στη γη, προσταγές ωργισμένες, τρεξίματα άφηναν ν΄ακούγεται το μεγάλο λαχάνιασμα της επιστρατείας. Πολίτες έμπαιναν μέσα ψάχνοντας για δικούς των, φωνάζοντας ονόματα στο σωρό. Και διαβάτες και χαμίνια. Και φούστες μεταξένιες έκαναν θόρυβο, ακολουθώντας κάποιο παιδί, έφεδρο, που πήγαινε να φορέση το σάκκο, πλέοντας μέσα στην πλατειά στολή. Κάποιοι κρατούσαν εκεί στην άκρη μια σημαία. Ένας παππάς από κάτω, φορώντας φυσεκλίκια σταυρωτά στο στήθος, μιλούσε στους άλλους για την ελευθερία και το Χριστό. Ένας έφεδρος στο φανάρι διάβαζεν εφημερίδα. Κι΄άλλος έγραφε στο γόνα με το μολύβι. Το τραγούδι χυνόταν δυνατό από στόματα που γελούσαν.
Μέσα στο σάλαγο σκιές, δυό-δυό, γλιστρούσαν κοντά στο τοίχο, στο σκοτάδι, χέρια έπεφταν απάνω σε ώμους, απελπισμένα. Τα λόγια γίνονταν συντρίμματα μέσα στα δάκρυα, κι΄ένοιωθες τους μεγάλους χωρισμούς, που έχουν τη σιωπή και την επισημότητα του τέλος του θανάτου. Χέρια ζαρωμένα έσφιγγαν τα ζωντανά κορμιά των εφέδρων μ΄όση δύναμη αγκαλιάζει κανείς μια ενθύμηση, ένα σημάδι, μια σκιά, κάτι που έπαυσε ποια να υπάρχη. Τα δάκρυα έτρεχαν και τα μαντήλια έπιναν. Άκουγες ένα φιλί, μια καρδιά που χτυπούσε στο σκοτάδι.
Ο γέρος ήταν μόνος σ΄αυτό το πανηγύρι. Κανένα δεν ήξερε και δεν τον ήξερε κανένας. Όμως προχώρησε στο βάθος εκεί που ήταν αραδιασμένα κάμποσα κάρρα και το δικό του μαζί. Ο Κύρκος σήκωσε το κεφάλι προς αυτόν και φύσηξε με τα πλατιά του ρουθούνια. Ο γέρος άπλωσε τα χέρια και τον έπιασε απ΄το λαιμό.
Κι΄εκεί στη γωνιά παράμερα, ένας άνθρωπος μιλούσε μ΄ένα άλογο.
-Δε θα σε ξαναϊδώ… ‘Ε, δουλευτή… Έ, παλληκάρι… Και στο σπίτι δεν ξέρουν τίποτα. Μήτε η κυρά σου. Μήτε η Βγενιώ, κατάλαβες. Μια φαμίλια σε χάνει… Ήμουν άρρωστος, βρε Κύρκο, μα τώρα είμαι πεθαμένος. Πας στο καλό. Κι΄ό,τι θα σ΄έδινα στο γιό μου, κατάλαβες… Στα νταμάρια ν΄ανεβής…Να κατεβάσης αραμπαδιές. Δουλευτή, έ δουλευτή… Θα σε πάρουνε… Και ποιός ξέρει που θα πεθάνης… και πως…στρατιώτης ... Κύρκο… βρε… έ, Κύρκο, που μας αφίνεις!
Ένας στρατιώτης πλησιάζει ψάχνοντας στο σκοτάδι:
-Άειντε, καϋμένε γέρο! Τη δουλειά σου θάχωμε; Άειντε να πάρης τον αριθμό.
Ο γέρος μπήκε σ΄ένα γραφείο, πήρε κάποιο χαρτί, το έβαλε στον κόρφο. Έπειτα βρέθηκε στο δρόμο. Πήγαινε αργά, νωχελικά με το κεφάλι κάτου προς το μέρος που άφησε το σφαχτό με το παιδί.
Πολλοί γύριζαν απ΄το στρατώνα, μοναχοί, μα μέσα σ΄αυτούς ο καρροτσέρης ο πεζός, ο γέρος, ήταν ο πιο μοναχός
ΖΑΧ.Δ.ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ


Ζώα που έμειναν στην ιστορία για τις ηρωικές τους πράξεις



Eπιμέλεια Άννα Κωνσταντουλάκη

Iστορίες ζώων που ξεπέρασαν τον εαυτό τους όλοι ξέρουμε. Οπως ξέρουμε για τα σκυλιά που οδηγούν τυφλούς ή παίρνουν μέρος σε διασωστικές αποστολές. Υπάρχουν ωστόσο και κάποια ζώα που έχουν μείνει στην Ιστορία για τις ηρωικές αποστολές τους. 

Ας δούμε λοιπόν μια σειρά από τέτοιες ιστορίες θαρραλέων ζώων που πρόσφεραν πολλά στο ανθρώπινο είδος... 

Magic, η φοράδα - μινιατούρα στην υπηρεσία των ασθενών 

Καμιά φορά ο ηρωισμός έρχεται στην πιο σιωπηλή εκδοχή του, μεταμφιεσμένος στην πιο «ταπεινή» έκδοση ενός αλόγου-μινιατούρας που δίνει χαρά σε ανθρώπους που πάσχουν. Η Magic, η γαλανομάτα φοραδίτσα, επισκέπτεται ασθενείς στα τελευταία στάδια ανίατων ασθενειών, προσπαθώντας να ανακουφίσει τον πόνο τους. Ένα χαρακτηριστικό ωστόσο περιστατικό της χάρισε τον τίτλο του «πιο ηρωικού κατοικίδιου» για το 2010: η Magic πήγε λοιπόν την καθιερωμένη της επίσκεψη σε εγκαταστάσεις υποβοηθούμενης διαβίωσης, στις οποίες συνάντησε μια ασθενή που δεν είχε μιλήσει σε κανέναν κατά τα τρία χρόνια που βρισκόταν στη νοσοκομειακή δομή. Τη στιγμή λοιπόν που η ασθενής αντίκρισε τη Magic αναφώνησε όλο χαρά: «μα δεν είναι πανέμορφη!». Αυτές οι πρώτες λέξεις της ασθενούς έκαναν το προσωπικό να ξεσπάσει σε κλάματα και την ασθενή να αρχίσει πλέον να επικοινωνεί λεκτικά με το περιβάλλον της...

Cher Ami, το ηρωικό ταχυδρομικό πειρστέρι του πολέμου 

Κατά τη διάρκεια των δύο παγκοσμίων πολέμων, οι ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ «στρατολόγησαν» πάνω από 200.000 περιστέρια ως ταχυδρομικά μέσα. Ένα τέτοιο περιστέρι, ο Cher Ami («Αγαπημένε Φίλε» στα γαλλικά), πέταγε από την αμερικανική του βάση στη Γαλλία κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Κατάφερε να μεταφέρει πάνω από 12 σημαντικές αλληλογραφίες, πριν χτυπηθεί τελικά από εχθρικά πυρά. Παρά τις σφαίρες που δέχτηκε βέβαια σε πόδι και στήθος, ολοκλήρωσε την αποστολή του, κόντρα σε κάθε πρόβλεψη. Το μήνυμα που μετέφερε οδήγησε μάλιστα στη διάσωση 194 συμμαχικών στρατιωτών. Στον Cher Ami, που πέθανε το 1919, πιθανότατα λόγω των τραυμάτων του, απονεμήθηκε ο γαλλικός Σταυρός του Πολέμου για τις ηρωικές του πράξεις, ενώ το σώμα του (στο οποίο απέμεινε ένα πόδι) εκτίθεται πλέον στο Smithsonian National Museum of American History της Ουάσιγκτον...

Stubby, ο γενναίος σκύλος με το χρυσό μετάλλιο

Ο Stubby ήταν ένας αδέσποτος σκύλος, πριν βρει τελικά τη θέση του στο 102 Τάγμα Πεζικού που εκπαιδευόταν για τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο κοντά στο Πανεπιστήμιο του Yale. Ο στρατιώτης J. Robert Conroy βρήκε το κουτάβι εκεί κοντά το 1917 και το ονόμασε Stubby, από την κοντή του ουρά. Παρόλο που τα ζώα απαγορεύονταν στο στράτευμα, επιτράπηκε στον Stubby να παραμείνει στο στρατόπεδο όχι μόνο επειδή ήταν έξυπνος, αλλά κυρίως γιατί τόνωνε το ηθικό των φαντάρων. Αργότερα βέβαια θα αποδεικνυόταν θησαυρός! Ο Conroy έβαλε λαθραία το σκυλί στο καράβι για τη Γαλλία, κι όταν αργότερα ανακαλύφθηκε από τον επικεφαλής αξιωματικό, ο Stubby τον κέρδισε μονομιάς. Ο γενναίος σκύλος πήρε μέρος στην πρώτη γραμμή του πυρός και με τον καιρό κατάφερε να γίνει πολύτιμος: προειδοποιούσε τις διμοιρίες για χημικά και αέρια, σώζοντας στην πράξη πολλές ζωές. Περίφημο είναι και το περιστατικό όπου ματαίωσε την προσπάθεια χαρτογράφησης των συμμαχικών χαρακωμάτων από γερμανό στρατιώτη, δαγκώνοντάς τον στο πόδι και ακινητοποιώντας τον μέχρι να φτάσουν οι αμερικανοί φαντάροι. Μέχρι το τέλος του πολέμου, ο Stubby είχε πάρει μέρος σε 17 μάχες και είχε εντοπίσει αμέτρητους τραυματισμένους συντρόφους του. Ο σκύλος έγινε ισόβιο μέλος της Αμερικανικής Λεγεώνας και αργότερα η μασκότ του Πανεπιστημίου Georgetown, όταν ο Conroy πήγε εκεί για να σπουδάσει νομική. Το 1921, απονεμήθηκε στον Stubby το χρυσό μετάλλιο (σκυλίσιας) ανδρείας, ενώ θα πέθανε το 1926... 

Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2014

ΛΑΦΙΝΑ ( ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ)



Όλα τα λάφια βόσκουνε κι όλα δροσολογιούνται
Μον' μια λαφίνα ταπεινή δεν πάει κοντά με τ' άλλα
Μόνο στ' απόσκια περπατεί, τ' απόζερβα αγναντεύει
Κι όπου έβρει γάργαρο νερό θολώνει το και πίνει
Κι ο ήλιος την ερώτησε κι ο ήλιος τη ρωτάει
Γιατί λαφίνα μ' ταπεινή δεν πας κοντά με τ' άλλα
Μόνο στ' απόσκια περπατείς τα απόζερβα 'γναντεύεις
Κι όπου έβρεις γάργαρο νερό θολώνεις το και πίνεις
Ήλιε μου Σα με ρώτησες θα σου το μολογήσω
Δώδεκα χρόνους έκαμα μόνη χωρίς ελάφι
Δώδεκα χρόνους ήλιε μου στείρα χωρίς ελάφι
Κι από τους δώδεκα κι ομπρός απέκτησα λαφάκι.
Και σαν εβγήκε ο βασιλιάς να λαφοκυνηγήσει
Το ειδέ που βόσκαε μοναχό, ρίχνει και το σκοτώνει
Γι' αυτό στ' απόσκια περπατώ τ' απόζερβα αγναντεύω
Κι όπου βρω γάργαρο νερό θολώνω το και πίνω
Κι ο ήλιος τότε εδάκρυσε και τα βουνά ριγήσαν
Και το φεγγάρι έσβησε ν' ακούσει το ελάφι
Κι οι λαγκαδιές κι οι ρεματιές μαζί του αναστενάξαν
Να κάνει η μάνα το παιδί, να το σκοτών' ο άλλος
Κλάψε με, μάνα κλάψε με, με ήλιο με φεγγάρι.


ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΟΥ ΠΑΓΩΝΙΟΥ (ένας Ινδικός μύθος)



Πριν ο κόσμος γίνει κυνικός και ξεχάσει τις ιστορίες που λένε την αλήθεια, τρεις νεαρές αδερφές περπατούσαν στο δάσος. Σύντομα βρήκαν ένα μεγάλο γκριζόμαυρο πουλί στα τελευταία του, ο μακρύς λαιμός του πάνω σε ένα άλλο πουλί και τη χαλασμένη φωλιά της. Η μεγαλύτερη κοπέλα ρώτησε προς τον ουρανό: «Πατέρα, τι έπαθε στο τέκνο σου, ο Malek Taus?”

Η απάντηση, που άκουσαν στην καρδιά τους, ήταν: «Είναι λυπητερή ιστορία, παιδιά μου. Ο σμαραγδένιος βασιλιάς των ερπετών Apep παραπλάνησε το ταίρι του Malek Taus για να τη σκοτώσει και να φάει τα αυγά τους. Ο Malek επέστρεψε, απ’ όπου είχε πάει να μαζέψει φαγητό, για να βρει ότι το δηλητήριο του Apep είχε ήδη δράσει στο ταίρι του και τα αγέννητα παιδιά του να έχουν γίνει τροφή για το φίδι. Στην οργή του κυνήγησε τον Apep, και του επιτιθόταν με ορμή ακόμα και αν ο Malek δεν μπορούσε να νικήσει.»

Το μικρότερο από τα κορίτσια κράτησε το ετοιμοθάνατο πτηνό, χαϊδεύοντας τα καφέ φτερά του, και φώναξε: «Πατέρα, θα έπρεπε να ανταμειφθεί γιατί η καρδιά του ήταν γενναία και αληθινή! Δεν μπορείς να του χαρίσεις ανοσία από το δηλητήριο και να τον βάλεις να σου προστατεύει τον κήπο;» 
Το μεσαίο παιδί είπε: «Η ομορφιά του θα έπρεπε να είναι ισάξια της γενναιότητάς του. Τα φτερά του θα έπρεπε να δείχνουν όλη τη δόξα των ουρανών, η ουρά του να είναι τόσο φαρδιά όσο το ερπετό ήταν μακρύ.»

«Και εσύ;» ρώτησε ο Πατέρας τη μεγαλύτερη. «Πως θα βοηθούσες αυτό το πλάσμα;»
Η κοπέλα αναλογίστηκε όλα αυτά που είχε ακούσει πριν απαντήσει, «Οι ευχές των αδερφών μου είναι ευγενείς και καλές, αλλά χωρίς σοφία η ομορφιά και η δύναμη εύκολα γίνονται ματαιοδοξία και τυραννία. Επειδή Εσύ παρακολουθείς πάντα τα παιδιά σου, στα φτερά του θα έβαζα εκατοντάδες απαστράπτοντα μάτια για να υπενθυμίζουν σε όλους ότι υπό τη ματιά Σου θα έπρεπε όλοι να πασχίζουμε να είμαστε τόσο ευγενείς όσο αυτό το πουλί, έτοιμοι να θυσιάσουμε τα πάντα για αυτούς που αγαπάμε.»
Ευχαριστημένος ο Πατέρας είπε στο Malek Taus, «Σήκω και αποδέξου τις ευλογίες που σου έδωσαν οι κόρες μου. Θα συνεχίσεις ως ο φάρος μου, για να υπενθυμίζεις στον κόσμο ότι είναι πιο δυνατοί και γενναίοι από ό, τι  πιστεύουν, πιο όμορφοι από ό, τι αντιλαμβάνονται και ότι θα προστατεύονται για πάντα υπό την επίβλεψή Μου.»

Και έτσι το παγώνι και το ταίρι του ξύπνησαν, όχι πια ένα μονότονο καφέ, αλλά πιο μπλε από τον ουρανό και πιο λαμπερά από το πιο λαμπρό ουράνιο τόξο.
Αν και ο κόσμος προχώρησε και ξέχασε την ιστορία, τα δώρα των κοριτσιών αντέχουν στο χρόνο. Τα παγώνια είναι ακόμα γενναία και πιστά, έχουν χρησιμοποιηθεί σε όλο τον κόσμο σαν φρουροί, ευδοκιμώντας με μια διατροφή από δηλητηριώδη φίδια. Θεωρούνταν ιεροί αγγελιοφόροι του Θείου από τις μεγαλύτερες θρησκείες, τα τελευταία 3000 έτη.
Μέχρι σήμερα, ένα φτερό παγωνιού θεωρείται δώρο που προσφέρει ειρήνη, αγάπη και χαρά.

Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2014

Συγγραφείς και ζώα

Ποιος είναι ο Μπακ του Τζακ Λόντον και ποιος ο Κάφκα του Μουρακάμι - Ποιος ο Μηδέν του Σαρτρ και ποιος ο Αντόρνο του Κορτάσαρ - Σκύλοι, γάτες, ακόμη και φάλαινες, αποκτούν ανθρωπομορφικά στοιχεία δημιουργώντας υπέροχες αλληγορίες
Η Ιταλίδα συγγραφέας Ελσα Μοράντε, σε νεαρή ηλικία, με τις δύο γάτες της


Οταν ο Τ.Σ. Ελιοτ εξέδιδε το 1939 την ποιητική του συλλογή Εγχειρίδιο πρακτικής γατικής του γερο-Πόσουμ (Old Possum's Book of Practical Cats), ήταν αδύνατον να φανταστεί πως τα ποιήματα εκείνα θα ενέπνεαν τόσους και τόσους - μουσικούς κατά το πλείστον. Aποκορύφωμα το μιούζικαλ «Cats» του Αντριου Λόιντ Βέμπερ που παρουσιάστηκε το 1981 στο Λονδίνο και έναν χρόνο αργότερα στο Μπρόντγουεϊ της Νέας Υόρκης. Υπήρξε το μακροβιότερο του είδους, ώσπου να ξεπεραστεί από «Το φάντασμα της όπερας» του ίδιου συνθέτη.

Το κοινό διαπίστωνε ότι ο σοβαρός, σκυθρωπός και αυστηρός ποιητής της Ερημης χώραςδιέθετε μιαν απίστευτη αίσθηση του χιούμορ. Ολα τα ανθρωπομορφικά στοιχεία, που στην υπόλοιπη ποίησή του είναι δυσδιάκριτα, αν δεχθεί κανείς ότι υπάρχουν, αναδεικνύονται στα ποιήματα αυτά που προκαλούν την ευφορία, το γέλιο και τον θαυμασμό - για να μην αναφερθούμε στην ευρηματικότητα και στην ασύγκριτη τεχνική τους.

Ο Ελιοτ δεν ήταν ασφαλώς ο μόνος συγγραφέας της νεότερης εποχής που είχε αδυναμία στα ζώα και ειδικότερα στις γάτες. Τις λάτρευαν η Κολέτ, ο Μαρκ Τουέιν, ο Χέμινγκγουεϊ και ο Σαρτρ, που τη γάτα του την ονόμαζε - τι άλλο; - Μηδέν (από το βασικό του βιβλίο, θεωρούμενο και καταστατικό έργο του υπαρξισμού, Το είναι και το μηδέν ). Ο Χούλιο Κορτάσαρ είχε δώσει το όνομα Τέοντορ Αντόρνο στη δική του, ο Μπέκετ ονόμασε τα δύο γατάκια του Βατ και Μέρφι (που είναι οι τίτλοι δύο μυθιστορημάτων του) και ο Χαρούκι Μουρακάμι σήμερα αποκαλεί τον γάτο του Κάφκα. Αλλοι σημαντικοί συγγραφείς όμως είχαν αδυναμία στους σκύλους, όπως ο Φόκνερ και ο Στάινμπεκ.

Γάτες πονηρές και δαιμονικές

Η σχέση των συγγραφέων με τα ζώα δεν περιορίζεται στην παιδική λογοτεχνία, μολονότι ο ανθρωπομορφικός χαρακτήρας των παραμυθιών όπου πρωταγωνιστούν ζώα κινηματοποιεί δραστικότερα τη φαντασία και καθιστά γοητευτικότερη την αλληγορία.

Οι συγγραφείς είχαν πάντοτε στενή σχέση με τα ζώα, ίσως γιατί προσπαθώντας να διεισδύσουν στην ανθρώπινη ψυχή πολλοί αμφιβάλλουν για το αν ο άνθρωπος είναι το κέντρο του Σύμπαντος. Και αν οι περισσότεροι τρέφουν αδυναμία στις γάτες, αυτό ίσως οφείλεται στην αίσθηση ελευθερίας που αποπνέουν αυτά τα υπερήφανα ζώα.
Για τούτο το αιλουροειδές έχουν γραφεί αναρίθμητες σελίδες από τον καιρό ακόμη που λατρευόταν στην αρχαία Αίγυπτο. Εξακολουθούν να γράφονται πλήθος γοητευτικά κείμενα και σήμερα. Για τη γάτα έγραψαν ποιητές πρώτης γραμμής: από τον Μποντλέρ και τον Τζον Κιτς ως τον Ρίλκε, τον Γέιτς και τον Μοντάλε. Και δικοί μας: ο Καββαδίας, ο Σαχτούρης, ο Σεφέρης, ο Ρίτσος, ο Πατρίκιος, η Δημουλά και άλλοι. (Για να μη μιλήσουμε για τις στερεότυπες εκφράσεις, όπως «μάτια γάτας», «περπάτημα γάτας», «ήρθε σαν τη γάτα», «αυτός είναι γάτα» και τις συναφείς.)

Η γάτα είναι σύμβολο του μυστηρίου και της ανεξαρτησίας. Στην Ερημη χώρα του Ελιοτ η πόλη (το Λονδίνο) είναι τόπος της εξορίας και της πτώσης, αλλά στο Εγχειρίδιο πρακτικής γατικής του γερο-Πόσουμ το Λονδίνο των γάτων του είναι βασίλειο της ελευθερίας και της κατεργαριάς.
Ω
ς πλάσματα πονηρά και ανεξάρτητα - αλλά και δαιμονικά ενίοτε - εμφανίζονται στη λογοτεχνία οι γάτες. Μια τέτοια γάτα είναι ένας από τους εντυπωσιακότερους χαρακτήρες του Μπουλγκάκοφ στο σατιρικό του μυθιστόρημα Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα , όπου ο Εξαποδώ αποφασίζει να χώσει τη μύτη του στις υποθέσεις της Σοβιετικής Ενωσης. Της δίνει το όνομα Μπέγκεμοτ (η ρωσική ονομασία, που σημαίνει επίσης και ιπποπόταμος, του βιβλικού τέρατος Βεεμώθ). Είναι τεράστια, σχεδόν όσο και μια αρκούδα, βαδίζει στα δύο πόδια και λατρεύει τη βότκα, τα πιστόλια και το σκάκι. Αυτονόητο, θα έλεγα, αφού βρίσκεται στη Μόσχα. Δεν χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να συλλάβει κανείς την πολιτική διάσταση του βιβλίου. Γι' αυτό και το μυθιστόρημα του Μπουλγκάκοφ μόλις το 1967 εκδόθηκε στη Σοβιετική Ενωση.

Αλλά ο ευφυής εκείνος συγγραφέας έγραψε κι ένα άλλο σημαντικό έργο, την Καρδιά ενός σκύλου , όπου δεν πρωταγωνιστεί μια γάτα αλλά ένας αδέσποτος σκύλος, ο οποίος παίρνει τη μορφή ανθρώπου. Το αγαθό τετράποδο γίνεται άνθρωπος, δηλαδή το είδος του ανθρώπου που φιλοδοξούσε να δημιουργήσει το σοβιετικό σύστημα. Γραμμένο το 1925, είχε την ίδια περίπου τύχη με το Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα . Παρέμεινε ανέκδοτο ως το 1987.

Η αφοσίωση του σκύλου

Αν η γάτα θεωρείται σύμβολο της ανεξαρτησίας, ο σκύλος είναι το παράδειγμα της απόλυτης αφοσίωσης, λέει η κοινοτοπία - μολονότι αυτό ισχύει ως εκεί που ισχύει. Βεβαίως, το αντιπροσωπευτικότερο (αλλά και συγκινητικότερο) παράδειγμα αγάπης και αφοσίωσης είναι, ως γνωστόν, ο Αργος, το σκυλί του Οδυσσέα που τον αναγνωρίζει κι ας είναι ντυμένος ζητιάνος, κι ας έχουν περάσει 20 χρόνια από τότε που έφυγε.

Η απόδοση ανθρώπινων γνωρισμάτων στα ζώα - και το αντίστροφο - είναι ένας τρόπος να καταλαβαίνει κανείς καλύτερα τον κόσμο και στο πρακτικό και στο φαντασιακό επίπεδο.

Ο σύγχρονος συγγραφέας που λάτρεψε τους σκύλους ήταν ο Τζακ Λόντον. Οποιος έχει διαβάσει ένα από τα σημαντικότερα βιβλία του, το Κάλεσμα της άγριας φύσης , δεν πρόκειται να λησμονήσει τον πρωταγωνιστή του, τον σκύλο Μπακ, απόλυτο σύμβολο αφοσίωσης αλλά και του αγώνα για επιβίωση. Και κανένα άλλο πλάσμα δεν εκφράζει καλύτερα εκείνο που έλεγε ο συγγραφέας: πως το να δίνεις τροφή σε έναν σκύλο όταν πεινάει δεν είναι ένδειξη αγάπης. Ενδειξη αγάπης είναι όταν μοιράζεσαι μαζί του το φαγητό σου.

Γιατί όμως οι συγγραφείς και οι καλλιτέχνες καταλαβαίνουν καλύτερα - δεν θα έλεγα φυσικά πως αγαπούν περισσότερο - τα ζώα; Προφανώς επειδή ο ανθρωπομορφισμός και η μεταμόρφωση είναι συστατικά γνωρίσματα της φαντασίας, όπου μπορεί κανείς να κινηθεί με μεγαλύτερη ελευθερία, να αξιοποιήσει εντυπωσιακότερα την επινοητικότητά του, να μετατοπίσει το νόημα στην περιοχή της γοητείας και του παράξενου, να μας πει τελικά ότι ο κόσμος είναι πολύ ευρύτερος από όσο πιστεύουμε. Από τον Αίσωπο στον Λαφοντέν και από εκεί στον Αντερσεν και στους σύγχρονους μυθογράφους, η αλληγορική γλώσσα παραμένει κυρίαρχη σε μεγάλο τμήμα της παγκόσμιας κουλτούρας που θέλει να μιλήσει για το παρόν χωρίς να αποσπαστεί από τις μυθολογικές ρίζες και τα αιώνια προβλήματα: του Καλού και του Κακού, της αλήθειας και του ψέματος, της ζωής και του θανάτου.

Ο Οργουελ και τα ζώα

Τα ζώα κυριαρχούν στην παιδική λογοτεχνία, όμως στη λογοτεχνία των ενηλίκων μας θυμίζουν πως και ο πολιτισμός έχει την παιδική του ηλικία, με τα προτερήματα και τα ελαττώματά της. Οτι το αρχέγονο, το θαύμα συχνά, αλλά και η βαρβαρότητα όχι λίγες φορές έρχονται από το παρελθόν και μπορούν να παραμορφώσουν το παρόν.

Ετσι, για να καταγγείλει τον σταλινικό ολοκληρωτισμό ο Τζορτζ Οργουελ έγραψε μιαν ανεπανάληπτη πολιτική αλληγορία, τη Φάρμα των ζώων , όπου οι πρωταγωνιστές είναι τα ζώα ενός αγροκτήματος που κάποια μέρα επαναστατούν, διώχνουν τον ιδιοκτήτη και αναλαμβάνουν από κοινού τη φάρμα. Κάποια στιγμή όμως τα γουρούνια παίρνουν την εξουσία και επιβάλλουν ένα τυραννικό καθεστώς. Στο τέλος, οι ηγέτες τους «τα βρίσκουν» με τους ιδιοκτήτες των κτημάτων και στο συμπόσιο όπου τρώνε και πίνουν τους βλέπουν τα άλλα ζώα του αγροκτήματος και δυσκολεύονται να ξεχωρίσουν ποιοι από τους συνδαιτυμόνες είναι οι άνθρωποι και ποιοι τα ζώα.

Ο Οργουελ είχε δει από νωρίς τη μεταλλαγή του σοβιετικού καθεστώτος και τη μετατροπή του σε δικτατορία. Και δεν είναι διόλου τυχαίο που στον αρχηγό των γουρουνιών (που αντιπροσωπεύει τον Στάλιν) δίνει το όνομα Ναπολέων. Για να τονίσει πως, εκτός από ολοκληρωτικό, το καθεστώς είχε και αυτοκρατορικό χαρακτήρα.


Ο Μέλβιλ και ο Χ. Γκ. Γουέλς

Ουδείς φανταζόταν έως τον 19ο αιώνα πως θα βρισκόταν συγγραφέας που θα επέλεγε ένα θαλάσσιο κήτος, μιαν άσπρη φάλαινα, για να στήσει μια αλληγορία του Κακού, της έμμονης ιδέας για εκδίκηση, του πάθους που τυφλώνει τον νου και σε τελική ανάλυση της ζωής και του θανάτου. Πρόκειται φυσικά για τον Μόμπι Ντικ (όνομα της φάλαινας) του Χέρμαν Μέλβιλ, ένα από τα μεγαλύτερα μυθιστορήματα όλων των εποχών, όπου κι αυτά που προανέφερα μέρος μόνο καλύπτουν από το τεράστιο συμβολικό πεδίο που ανοίγεται σε τούτο το μεγάλο έργο.

Αργότερα ο Χ. Γκ. Γουέλς εξέδωσε το Νησί του δρος Μορό , από τα πρώτα και σημαντικότερα έργα επιστημονικής φαντασίας, όπου σε ένα νησί ο παρανοϊκός δρ Μορό δημιουργεί ζώα που μοιάζουν με ανθρώπους διά της ζωοτομίας, μιας φριχτής πρακτικής που μετά τη δημοσίευση του μυθιστορήματος απαγορεύτηκε στην Αγγλία.
Θα μπορούσε κανείς να επεκταθεί σε πλήθος παραδείγματα. Πάντως, το πέρασμα των ζώων από τη λογοτεχνία και την τέχνη και στη συνέχεια από τη μαζική κουλτούρα (με κατ' εξοχήν παράδειγμα τον Ντίσνεϊ) έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην ανάπτυξη της ζωοφιλίας σε όλον τον κόσμο. Οι άνθρωποι, στη Δύση τουλάχιστον, άρχισαν να συμπεριφέρονται καλύτερα στα ζώα.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες τα ζώα - και ειδικότερα τα κατοικίδια - είχαν καλύτερη μεταχείριση από τον 19ο ακόμη αιώνα, αν κρίνει κανείς από τα κείμενα των δύο υπερβατιστών δοκιμιογράφων της χώρας: του Εμερσον και του Θορό. Στην Αγγλία έχουν γραφτεί τα τελευταία χρόνια πολλά βιβλία για τα δικαιώματα των ζώων, ενώ και στον τόπο μας τα περιστατικά κακομεταχείρισής τους, που κάποτε ήταν συνηθισμένο φαινόμενο, έχουν περιοριστεί. Στον ισλαμικό κόσμο φέρονταν πάντα με μεγάλο σεβασμό στις γάτες, ενώ μεταχειρίζονται και σήμερα με άθλιο τρόπο τους σκύλους (προφανώς επειδή η γάτα ήταν το αγαπημένο ζώο του προφήτη Μωάμεθ).

Πέρα από τις αναλύσεις, τις κατηγοριοποιήσεις του πνεύματος και τα συναφή, μια απλή αλήθεια ορίζει τον πολιτισμό κάθε κοινωνίας: το πώς συμπεριφέρεται στους αναπήρους, στα παιδιά και στα ζώα.

Το βάφτισμα των γάτων

Το να βαφτίζεις τα γατιά έχει μια δυσκολία...
Δεν είναι επιπόλαιη κι ανάλαφρη ασχολία
Καθόλου δεν τρελάθηκα και δεν το λέω αστεία:
Κάθε μια γάτα ΟΝΟΜΑΤΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙ ΤΡΙΑ!
Ενα, να τη φωνάζουμε στην οικογένειά της
Ας πούμε Βίκτωρ, Αύγουστος, Τζωρτζίνα, Ιπποκράτης
Ας πούμε Μέρλιν, Τζόναθαν, Αλόνζο, Μανταλένα
Καθημερινά ονόματα, καλά συνηθισμένα
Ονόματα για τζέντλεμεν και άλλα για κυρίες
Ας πούμε Πλάτων, Αδμητος, Ηλέκτρα, Ευρυάλη
Μα όλα αυτά είναι κοινά, και θα τα έχουν κι άλλοι.
Μια γάτα όμως, να ξέρετε, θέλει και το δικό της
Το δεύτερο το όνομα, το αποκλειστικό της!
Για να μπορεί αφ' υψηλού τον κόσμο να κοιτάει
Και την ουρά της πάντοτε ψηλά να την κρατάει.
Πρέπει να είναι όνομα μονάχα για μια Γάτα:
Χουρχούρης, για παράδειγμα, Γλείψος, Χνουδοπατάτα
Κι άλλα πολλά τέτοιας λογής μπορώ να αναφέρω:
Μπομπαλουρίνα, Πιρπιρής, Φρουφρού, Τρελοκαμπέρω.
Πέρα όμως απ' αυτά τα δυο, υπάρχει κι ένα άλλο
Τ' όνομα το μοναδικό, το τρίτο, το μεγάλο:
Το όνομα το μυστικό, ΠΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΕΝ ΞΕΡΕΙ
Και Γάτα σ' άνθρωπο μπροστά ποτέ δεν αναφέρει.
Οταν σε διαλογισμό λοιπόν μια γάτα δείτε
Πάντα ο λόγος είν' αυτός και να το θυμηθείτε:
Σ' απύθμενους συλλογισμούς βρίσκεται βυθισμένη
Για τ' όνομα το άρρητο
Το αρρητορητονιάρρρητο
Το όνομά της το κρυφό σκέπτεται μαγεμένη

T.S. Eliot, από το Εγχειρίδιο πρακτικής γατικής του γερο-Πόσουμ . Μετάφραση Παυλίνα Παμπούδη και Αντώνης Ζέρβας. Εκδόσεις Αγρα

δημοσιεύθηκε στο ΒΗΜΑ 31/8/2014

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2014

ΑΠΙΣ-ΒΟΥΣ , Ο ΘΕΟΣ ΤΩΝ ΑΙΓΥΠΤΙΩΝ


ΑΠΙΣ, 30Η ΔΥΝΑΣΤΕΙΑ, ΛΟΥΒΡΟ


Στην Αιγυπτιακή μυθολογία, ο ΄Απις ή  Χάπις, είναι μια θεότητα ταυρόμορφη που λατρευόταν στην Μέμφιδα, και διαμεσολαβούσε για τους ανθρώπους στον παντοδύναμο θεό Πτά.
Σύμφωνα με τον Μανέθωνα η λατρεία του εγκαθιδρύθηκε από τον Καϊέχω, ή Καιχώο ή Κεχώη της δεύτερης δυναστείας. Το όνομα ΄Απις το συναντάμε σε πολύ πρώιμα μνημεία, αλλά λίγα είναι γνωστό για το θεϊκό ζώο πριν το Νέο Βασίλειο. Τελετές ταφής ταύρων δείχνουν ότι η τελετουργική θυσία  ήταν μέρος της λατρείας  και ένας ταύρος μπορεί να αντιπροσωπεύειι έναν βασιλιά, που έγινε θεότητα μετά το θάνατο. Είχε τον τίτλο « Η ανανέωση της ζωής» του θεού Πτά- αλλά μετά το θάνατό του γινόταν Οσόραπις , δηλαδή ΄Οσιρις ΄Απις, όπως ακριβώς οι νεκροί άνθρωποι αφομοιώνονταν στον Όσιρη, το βασιλιά του Κάτω Κόσμου. Ο Οσόραπις κμε τον ελληνιστικό Σέραπι.Οι ΄Ελληνες συγγραφείς θεωρούν τον ΄Απι ενσάρκωση του ΄Οσιρη, αγνοώντας την σύνδεση με τον Πτά.
΄Ο βούς ΄Απις ήταν το πιο σημαντικό από τα ιερά ζώα της Αιγύπτου, και η σημασία του αυξάνεται με την πάροδο των αιώνων. ΄Ελληνες και Ρωμαίοι συγγραφείς έχουν πολλά να πουν γι΄αυτόν, για τα σημάδια με τα οποία ο μαύρος ταύρος, αναγνωριζόταν, για την σύλληψή του από μια φεγγαροαχτίδα, για την ικανότητά του να κάνει προγνώσεις, για το πένθος μετά το θάνατό του, για την δαπανηρή ταφή του και για τις χαρές που επικρατούσαν σε όλη του χώρα , όταν εντοπιζόταν ένας νέος ΄Απις.  Ο Αύγουστος Μαριέτ , κατά την ανασκαφή του Σεράπειου της Μέμφιδος ανακάλυψε τους τάφους  άνω των εξήντα ζώων από την εποχή του Αμένοφι του Γ΄έως την εποχή του Πτολεμαίου Αλεξάνδρου. Κατά την πρώτη  εποχή κάθε ζώο θαβόταν σε έναν ξεχωριστό τάφο με έναν ναίσκο πάνω απ΄αυτόν. Η προσεκτική καταγραφή από τους ιερείς της ηλικίας των ζώων , των ημερομηνιών γέννησής τους, της ενθρονίσεώς τους και του θανάτου τους έχουν ρίξει πολύ φως στην χρονολόγηση από την εικοστή δεύτερη δυναστεία και μετά. Το όνομα της μητέρας αγελάδας και ο τόπος γέννησης συχνά καταγράφονται . Οι σαρκοφάγοι είναι τεραστίου μεγέθους και η ταφή θα πρέπει να συνεπαγόταν τεράστιο κόστος. Επομένως είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι οι ιερείς κατάφεραν να θάψουν ένα από τα ζώα κατά το τέταρτο έτος του Καμβύση.

Το σύμβολο ankh στον Απι

Η λατρεία του ταύρου ΄Απι ξεκίνησε στις αρχές της αιγυπτιακής ιστορίας, πιθανότατα ως θεός της γονιμότητας συνδεόμενος με τη σπορά και τα κοπάδια. Στα επιτύμβια, ο ΄Απις ήταν προστάτης του νεκρού και συνδεόταν με τον Φαραώ. Επιλέχτηκε γιατί συμβολίζει τη θαρραλέα καρδιά του βασιλιά, τη μεγάλη δύναμη, τον ανδρισμό και το μαχητικό πνεύμα.  Περιστασιακά εικονίζεται με τον δίσκο του ηλίου ανάμεσα στα κέρατά του και είναι από τις λίγες θεότητες που σχετίζονται με το σύμβολά τους. ΄Όταν ο δίσκος απεικονίζεται στο κεφάλι του με τα κέρατά του και από κάτω το τρίγωνο στο μέτωπό του , δημιουργείται ένα σύμβολο που μοιάζει με ankh. Eπίσης είναι ένα σύμβολο που συνδέεται στενά με τη μητέρα του. Ο ΄Απις αρχικά ήταν ο κήρυκας του Πτά, του αρχηγού Θεού στην περιοχή γύρω από την Μέμφιδα. Σαν εκδήλωση του Πτά, ο ΄Απις θεωρήθηκε και σύμβολο του Φαραώ, που ενσωματώνει τα χαρακτηριστικά της βασιλείας.
Τα βοοειδή της περιοχής στην οποία λατευόταν ο Πτά, εμφάνισαν ένα λευκό σχέδιο στο κυρίως μαύρο σώμα τους και έτσι ενισχύθηκε η πεποίθηση ότι ο Ταύρος ΄Απις θα έπρεπε να φέρει ένα σύνολο σημαδιών κατάλληλα για το ρόλο του. ΄Ετσι ώφειλε να έχει ένα λευκό τρίγωνο πάνω στο μέτωπό του,  το περίγραμμα  μιάς λευκής φτερούγας πουλιού στην πλάτη του, ένα σχήμα σκαραβαίου κάτω από τη γλώσσα του, ένα λευκό μισοφέγγαρο στο δεξί του πλευρό και διπλές τρίχες στην ουρά του.
Ο ταύρος στον οποίο ταίριαζαν αυτά τα σημάδια επιλεγόταν απ΄το κοπάδι και μεταφερόταν σε έναν ναό, του δινόταν ένα χαρέμι αγελάδων, και λατρευόταν σαν μια πτυχή του Πτά. Η μητέρα του, πιστευόταν πως τον  είχε συλλάβει μέσω μιάς λάμψης αστραπής από τον ουρανό, ή από φεγγαροαχτίδες και  είχε ιδιαίτερη μεταχείριση στο ναό.
Ο ταύρος  χρησίμευε και στην μαντεία, δεδομένου πως οι κινήσεις τους ερμηνεύονταν ως προφητείες. Η ανάσα του πίστευαν πως ήταν θεραπευτική και η παρουσία του ήταν αρκετή για να ευλογήσει τους πιστούς  με αρρενωπότητα. Μέσα στο ναό υπήρχε ένα παράθυρο από το οποίο μπορούσε να βλέπει έξω και σε ορισμένες αργίες οδηγείτο μέσα στους δρόμους της πόλης στολισμένος με κοσμήματα και λουλούδια.
 
΄Απις αφιερωμένος στη Σελήνη, Brooklyn Museum

Μερικές φορές το σώμα του ταύρου είχε μουμιοποιηθεί έτσι ώστε να στέκεται όρθιο, , χάρις σε μια κατασκευή από ξύλινες σανίδες.. Κέρατα ταύρων στόλιζαν τους τάφους των αρχαίων Φαραώ και συχνά απεικονίζεται και στα φέρετρα των πολιτών, σαν ένας ισχυρός προστάτης. Ως μορφή του Οσίριδος, άρχοντα των νεκρών, πιστευόταν  ότι το να είναι κάποιος υπό την προστασία του ταύρου, αποκτούσε τον έλεγχο των τεσσάρων ανέμων στην μετά θάνατον ζωή.
Με το Νέο Βασίλειο , τα λείψανα των ταύρων, τάφηκαν στο νεκροταφείο της Σακκάρα. Η πρώτη γνωστή ταφή έγινε κατά την βασιλεία του Αμενχοτέπ του Γ΄. Στη συνέχεια επτά ταύροι θάφτηκαν σε κοντινή απόσταση. Επί Ραμσή Β΄ οι ταφές άρχισαν να γίνονται στο γνωστό σήμερα Σεραπείο, ένα υπόγειο συγκρότημα από ταφικούς θαλάμους για τους ιερούς ταύρους, το οποίο χρησιμοποιήθηκε για όλο το υπόλοιπο της αιγυπτιακής ιστορίας μέχρι την εποχή της Κλεοπάτρας VII.
O ΄Απις ήταν ο πιο δημοφιλής λατρευόμενος ταύρος μεταξύ τριών στην Αρχαία Αίγυπτο ( Μνέβι και του Μπάσι1). Η λατρεία του συνεχίστηκε από τους  ΄Ελληνες και τους Ρωμαίους μέχρι σχεδόν το 400 μ. Χ.

Μάσκα μούμιας ιερού ταύρου, (Kunsthistorisches Museum)

 Σύμφωνα με τον Αρριανό, ο Μέγας Αλέξανδρος πραγματοποίησε θυσία προς τους αιγύπτιους θεούς , συμπεριλαμβανομένου και αυτού, μόλις κατέκτησε τη χώρα από τους Πέρσες. Κατά τη βασιλεία του Πτολεμαίου του Σωτήρα (305-283 π.Χ.) έγινε προσπάθεια να ενοποιηθεί η αιγυπτιακή θρησκεία με τη θρησκεία των Ελλήνων κυβερνητών (θρησκευτικός συγκρητισμός). Η πολιτική του Πτολεμαίου αποσκοπούσε στο να βρεθεί μία θεότητα που θα ενέπνεε το σεβασμό και στις δύο εθνότητες, παρά τους αφορισμούς των Αιγυπτίων ιερέων εναντίον των θεών προηγούμενων κατακτητών, όπως του Σεθ, ο οποίος λατρευόταν από τους Υκσώς. Παρόμοια προσπάθεια είχε γίνει και παλιότερα από το Μέγα Αλέξανδρο, χρησιμοποιώντας τον Άμμωνα, ο οποίος όμως δεν έγινε ποτέ ιδιαίτερα δημοφιλής στην Κάτω Αίγυπτο, όπου το ελληνικό στοιχείο είχε μεγαλύτερη επιρροή. Οι Έλληνες έδειχναν ελάχιστο σεβασμό σε θεότητες που αναπαριστώνταν με κεφαλή ζώου και έτσι επελέγη ένα ανθρωπομορφικό είδωλο, το οποίο ανακηρύχτηκε αντίστοιχη θεότητα με τον Άπι. Ονομάστηκε Άσερ-χαπι, δηλαδή Όσιρις-Άπις ή Σάραπις (Σέραπις) που θεωρήθηκε πως ήταν η πλήρης μορφή του Όσιρι και όχι απλώς η ζωική του δύναμη (το Κα).
Η πρώτη αναφορά στο όνομα "Σέραπις" εμφανίζεται στην Αλεξάνδρου Ανάβαση (7,26) του Αρριανού, στη σκηνή του θανάτου του Αλεξάνδρου, όπου οι βασιλικές εφημερίδες αναφέρουν ότι ζητήθηκε η γνώμη του θεού κατά την επίσκεψη ομάδας Μακεδόνων στο ιερό του. Μάλιστα ο Σέραπις ήταν ο μόνος θεός που συμβουλεύτηκαν για την τύχη του ένδοξου βασιλιά.
Στήλη αφιερωμένη στον ΄Απι, 644 π.Χ


Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο Πτολεμαίος έκλεψε το άγαλμα του θεού από τη Σινώπη επειδή έτσι τον συμβούλεψε στο όνειρό του ο άγνωστος θεός. Ζητήθηκε μάλιστα η γνώμη τόσο μέλους της οικογένειας των Ευμολπιδών (ιεροφάντες στα Ελευσίνεια μυστήρια) όσο και του Μανέθωνα (Αιγυπτίου ιερέα), οι οποίοι και επιβεβαίωσαν ότι το είδωλο ήταν όντως του Σάραπη.
Στη Ρώμη, ο θεός Σέραπις λατρεύεται ήδη από τη δεύτερη τριανδρία (1ος αιώνας π.Χ.). Από την εποχή των Φλαβίων (1ος αιώνας μ.Χ.) ο Σάραπις εμφανίζεται μαζί με τον αυτοκράτορα πάνω στα ρωμαϊκά νομίσματα. Το 385 μ.Χ. καταστρέφεται το Σεραπείον στην Αλεξάνδρεια και με διάταγμα του Θεοδοσίου απαγορεύεται πλέον η λατρεία του θεού αυτού.
Ο Σέραπις, ως χθόνιος θεός, απεικονιζόταν ως ανδρική μορφή που μοιάζει με τον Πλούτωνα: έχει στην κεφαλή του το μόδιο (ένα καλάθι, μέτρο ζύγισης των σιτηρών), φέρει στο χέρι σκήπτρο, στα δε πόδια του υπάρχει ο Κέρβερος και ένα φίδι.
Κατά την Περσική μυθολογία ο Σέραπης και ο Όσιρις χαρακτηρίζονταν Άζωνοι θεοί δηλαδή αόρατοι.


Σέραπις, ρωμαικό αντίγραφο , έργου ελληνικού, που βρισκόταν στο Σεραπείο της Αλεξάνδρειας. Μουσείο Βατικανό



 Σημ.1
 :Ο Μνέβις στην Αρχαία Αίγυπτο ήταν ο ιερός ταύρος που λάτρευαν οι κάτοικοι της Ηλιούπολης. Μνημονεύεται στα ιερογλυφικά κείμενα των Πυραμίδων από την εποχή του παλαιού βασιλείου. Περιγράφεται ως μαύρος ταύρος με ισχυρό αυχένα και υπερμεγέθους όρχεις. Ανάμεσα στα κέρατα φέρει τον δίσκο του ήλιου. Μεμονωμένα εικονίζεται ως άνθρωπος με κεφάλι ταύρου.. Ήταν φρουρός του θεού Ρα και σύμμαχος του θεού Ατούμ και μαντατοφόρος του, με τον οποίο ταυτίζεται σε μερικά κείμενα. Αργότερα, την εποχή του νέου βασιλείου θεωρείτο γιος της θεάς Άθωρ.
Στην αιγυπτιακή μυθολογία ,Μπάσις (επίσης  Μπάκχ και Μπάκχκα) ήταν η εκδήλωση της θεοποίησης του Ka (ισχύς / δύναμη ζωής) του θεού του πολέμου Μοντού , λατρευόταν στην περιοχή της Hermonthis υπό μορφήν ταύρου.

Πηγή ¨ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ, ( στην αγγλική γλώσσα) απ΄όπου και οι φωτογραφίες. Τα κείμενα μεταφράστηκαν από εμάς κατά λέξη από το αρχικό κείμενο.


18η δυναστεία.


Μερικά ακόμη στοιχεία  όπως μεταφράστηκαν από εμάς  απο το Virtual Egyptian Museum organization.:
 ΄Όπως στο Θιβέτ όταν ο Δαλάι Λάμα πεθάνει αναζητείται αυτός που θα πάρει τη θέση του έτσι και στην Αίγυπτο σύμφωνα με τον Αιλιανό, οι ιερείς αναζητούσαν τον νέο ΄Απι στον οποίο θα έπρεπε να ταιριάζουν είκοσι εννέα φυσικές ιδιότητες, μερικές από τις οποίες έχουν καταγραφεί από τον Ηρόδοτο:
“ O ΄Απις είναι ένας ταύρος  που προέρχεται από μια αγελάδα που δεν πρόκειται ποτέ ξανά ν΄αποκτήσει άλλο μοσχάρι. Οι Αιγύπτιοι λένε πως μια λάμψη φωτός κατεβαίνει στην αγελάδα από τον ουρανό και αυτή προκαλεί την σύλληψη του ΄Απιδος.  Αυτός ο ΄Απις-μοσχάρι έχει διακριτικά σήματα επάνω του, είναι μαύρος με ένα λευκό διαμάντι στο μέτωπό του , την εικόνα του αετού ( στην πραγματικότητας της θεάς γύπα) στην πλάτη του, οι τρίχες στην ουρά του είναι διπλές και έναν σκαραβαίο κάτω από τη γλώσσα του…»
Μόλις έβρισκαν τον ταύρο που λογικά ταίριαζε στην περιγραφή τον έπαιρναν στην Νειλούπολη (Νότια της Ηλιούπολης) για να τον ταίσουν για σαράντα μέρες.
Ο Διόδωρος Σικελιώτης έγραψε:
« Κατά τη διάρκεια των σαράντα ημερών, κανένας, παρά μόνον οι γυναίκες  επιτρεπόταν να τον δουν,..μετά απαγορευόταν να ξαναδούν τον ΄Απι»
Στη συνέχεια  σε μια πανσέληνο, ο ΄Απις μεταφερόταν σε ένα ποταμόπλοιο με χρυσή πέργκολα και ερχόταν στο ιερό  στην Μέμφιδα στο νότιο άκρο του ναού του Πτά. Ενθρονιζόταν με επιμελημένη τελετή και οδηγείτο έξω από την αίθουσα μέσω της ανατολικής  θύρας του ναού, για να παρουσιαστεί στον λαό που ήταν συγκεντρωμένος έξω.
Στο ιερό ο ταύρος φροντιζόταν προσεκτικά. Τρεφόταν με τα καλύτερα τρόφιμα, κοιμόταν σε πολυτελή κλινοσκεπάσματα, και δεχόταν περιποιήσεις με θερμά λουτρά, μασάζ και  αρώματα. Κάθε μέρα αφηνόταν να αυλίζεται για λίγο στην παρακείμενη αυλή , ενώ οι πιστοί τον παρακολοθούσαν πιστεύοντας πως επικοινωνούν με τον Πτά, ζητώντας απαντήσεις στα ερωτήματά τους, και ερμηνεύοντας τις κινήσεις του ως χρησμούς.  Ανάμεσα στο δωμάτιό του και την αυλή υπήρχαν δύο θάλαμοι, και η είσοδός του στον έναν ή τον άλλον θεωρείτο ως ναι ή όχι απάντηση .
Ο Στράβων έγραψε :
«Σ΄αυτή την αυλή αφήνουν τον ΄Απι ελεύθερο  σε ορισμένες ώρες, κυρίως για να τον δουν οι ξένοι, παρόλο που οι άνθρωποι μπορούν να τον δουν από το παράθυρο του ιερού, εύχονται να τον δούν και έξω. Όμως  μόλις τελειώσει μια σύντομη έξοδός του στον αυλόγυρο, τον παίρνουν πίσω στον στάβλο του»
΄Όπως αρμόζει στην τάξη του, ο ΄Απις ήταν εφοδιασμένος με ένα χαρέμι αγελάδων που παρουσιάζονταν σ΄αυτόν κατά καιρούς. Η μητέρα του που ονομαζόταν ΄Ισις, εκρατείτο σε χωριστό στάβλο σε κοντινή απόσταση όπου λάβαινε προσεκτική φροντίδα.
Περιέργως τα ζώα που προσφέρονταν ως θυσία για να τιμήσουν τον ΄Απι, ήταν ταύροι επιλεγμένοι με ιδιαίτερη προσοχή όπως αφηγείται ο Ηρόδοτος:
“ Oι Ταύροι θεωρούνται ιδιοκτησία του ΄Απιδος και για το λόγο αυτό δοκιμάζονται με τον ακόλουθο τρόπο: ΄Ενας ιερέας διορίζεται για το σκοπό αυτό και εξετάζει το ζώο και αν βρει έστω και μία μαύρη τρίχα πάνω του, θεωρείται ακάθαρτο. Τον επιθεωρεί με τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή, πρώτα κάνοντάς τον να σταθεί όρθιος, έπειτα τον ξαπλώνει ανάσκελα, και μετά τραβά έξω τη γλώσσα του, για να δει ότι είναι καθαρός σύμφωνα με τα αναγνωρισμένα σημάδια. Ελέγχει επίσης την ουρά για να βεβαιωθεί ότι τα μαλλιά του μεγαλώνουν σωστά, και στη συνέχεια αν το ζώο περάσει όλες αυτές τις δοκιμασίες με επιτυχία, ο ιερέας τον σημαδεύει στρίβοντας γύρω από τα κέρατά του μια λουρίδα παπύρου , την οποία σφραγίζει με κερί και  το σφραγιστικό δαχτυλίδι. Μετά το ζώο απομακρύνεται και η ποινή είναι θάνατος για όποιον θυσιάσει ζώο που δεν έχει σημανθεί με αυτόν τον τρόπο.»
Η Θυσία ενός ταύρου στον ΄Απι, δεν ήταν κάτι που οι Αιγύπτιοι έκαναν ελαφρά τη καρδία. Αυτοί που παρίσταντο αισθάνονταν πως έπρεπε να εξιλεωθούν για το φόνο και αυτομαστιγώνονταν, ως ένδειξη μετάνοιας , ενώ τα ιερά μέλη αποτεφρώνοντο.
Στα γενέθλια του ΄Απιδος, στήνονταν πανηγυρισμοί που κρατούσαν επτά ημέρες κατά τη διάρκεια των  οποίων περιφερόταν εν πομπή στην πόλη, συνοδευόμενος από μια χορωδία που την αποτελούσαν αγόρια.  Πρώιμο εύρημα για την παράδοση αυτή προέρχεται από τον λίθο του Παλέρμο.

ο λίθος του Παλέρμο


Ο ταύρος ΄Απις, συνήθως πέθαινε από γηρατειά. Αλλά, ο Aμμιανός Μαρκελλίνος ισχυριζόταν πως αν ένας ταύρος ζούσε πολύ περισσότερο από 25 χρόνια ( και προφανώς ήταν πολύ αδύνατος να ασκήσει τα καθήκοντά του) οι ιερείς τον «συνταξιοδοτούσαν» πνίγοντάς τον. ΄Όταν ο ΄Απις πέθαινε η είδηση σκόρπιζε θλίψη σε ολόκληρη την Αίγυπτο. Κατά την Ύστερη εποχή είχε κηρυχθεί 60ήμερο πένθος κατά τη διάρκεια του οποίου, οι ευσεβείς Αιγύπτιοι κρατούσαν τα κεφάλια τους ξυρισμένα και έτρωγαν μόνο λαχανικά. Το πτώμα του΄Απιδος έβγαινε από την δυτική πόρτα του Ναού και προετοιμαζόταν για μια εντυπωσιακή κηδεία.  Τα στοιχεία του δείχνουν ότι η σάρκα του τρωγόταν τελετουργικά (μετάληψη) και τα οστά και το κεφάλι διεσώζοντο. Τα λείψανά του είχαν τοποθετηθεί σε ένα πλούσια διακοσμημένο φέρετρο,και μεταφερόταν στην λίμνη των βασιλέων, με δύο θρηνούντες και τους ιερείς του Νείλου.
Οι ιεροί ταύροι , όπως και όλοι οι Οσιριακοί νεκροί, θάβονταν με τα κανωπικά τους αγγεία. Η κηδεία ξεπερνούσε κάθε φαντασία σε μεγαλοπρέπεια. ΄Έχει καταγραφεί πως το 547 π.Χ ο βασιλιάς ΄Αμασις διέταξε για τον νεκρό ΄Απι , μια σαρκοφάγο από κόκκινο γρανίτη, που ξεπερνούσε οτιδήποτε είχε δοθεί ποτέ για την κηδεία ενός  βασιλιά.



O Πτολεμαίος ο V προσφέρει θυσία στον Μπάκχα-Μοντού, 18η δυναστεία.


πηγές: Andrews, Carol
1994 Amulets of Ancient Egypt. University of Texas Press, Texas.

Bard, Kathryn A., and Steven B. Shubert
1999 Encyclopedia of the Archeology of Ancient Egypt. Routledge, London, United Kingdom. (712-16)

Bleeker, C. J.
1967 Egyptian Festivals; Enactments of Religious Renewal. E. J. Brill, Leiden, Netherlands. (32,100)

Budge, E. A. Wallis, Sir
1969 The Gods of the Egyptians or studies in Egyptian Mythology (unabridged republication of the 1904 edition by the Open Court Publishing Company). Dover Publications, New York, NY. (II:346-51)

Guirand, Felix
1968 New Larousse Encyclopedia of Mythology. Crescent Books, New York, NY. (44)

Hart, George
1986 A Dictionary of Egyptian Gods and Goddesses. Routledge & Kegan Paul, London, United Kingdom. (27)

Herodotus,
1996 The Histories ((Translated by Aubrey De Sélincourt, revised by John Marincola)). Penguin Books, London, UK. (3:29)

Hornung, Erik
1982 Conceptions of God in Ancient Egypt: The One and The Many (translation of Deir Eine und die Vielen, 1971). Cornell University Press, Ithaca, NY. (136-37)

Ions, Veronica
1969 Mythologie Egyptienne (Translation of the 1968 edition by the Hamlyn Publishing Group). ODEGE, Paris, France. (123)

Morenz, Siegfried
1973 Egyptian Religion. Methuen, London, United Kingdom. (20,246)

Petrie, W. M. Flinders
1972 Religious Life in Ancient Egypt. Cooper Square Publishers, New York, NY. (10,187)

Sauneron, Serge
2000 The Priests of Ancient Egypt. Cornell University Press, Ithaca, NY. (103,160)

Sayce, A. H.
1903 The Religions of Ancient Egypt and Babylonia. T and T Clark, Edimburgh, United Kingdom. (111,206)

Vandier, Jacques
1944 La Religion Egyptienne. Presses Universitaires de France, Paris, France. (221-25)