Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΑ ΖΩΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΑ ΖΩΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2015

Ο ΚΟΤΣΥΦΑΣ






Και με το λιοβασίλεμα δεν παύει να πετά,
Απ΄της αντέννας το δοκό λαλεί τραγούδι φλογερό.
Στων εργοστάσιων την καπνιά, στο θόρυβο της πόλης,
Παραδομένος σ΄εκσταση ψάλλει λειτουργικά.

Αφήνει τη ματιά του μακρυά ως πέρα στα προάστια
Σα σε ψηλό το πιο ψηλό δάσος νάχει κουρνιάσει.
Κ΄είναι με το τραγούδι του συχώρεση και καρτερία
Στης ταραγμένης πόλης τα λάθη να χαρίζει.

΄Ερημο, σκεφτικό πουλί, πουλί της νοημοσύνης,
Από κοντά παρατηρώ το ράμφος σου, την άκρη του βλεφάρου.
Περνάς όλη μέρα ψάχνοντας τα φύλλα τα ξερά,
Μα μόλις πέσει η νύχτα, ώ νοσταλγέ, τραγούδι αρχινάς.

Στροφή με τη στροφή, τόσο ωραίες πάντα,
Ως κύματα που έρχονται από ουράνια ύψη
Και κάθε ζύγισμά του αισθητικό, καθάριο,
Σαν σε πολύ παλιούς καιρούς μες σε πανάρχαια δάση.

Κι όταν στη νύχτα χάνεται η γύμνια της ημέρας,
Για ποιούς κόσμους ξέμακρους μιλούν αυτά σου τα τραγούδια,
Τέλειο πουλί, χαρά της δημιουργίας,
Σε σκέψη με βυθίζεις και σιωπηρά ονειροπολείς.

Στο παραθύρι κάθομαι άπνοος μη σε ταράξω,
Άχ, να μπορούσαν οι άνθρωποι μαζί μου να σε νιώσουν,
Εκείνοι όσοι, πουλί μου, τώρα πολεμούν
Θα σκέφτονταν όπως εμείς μονάχα την ειρήνη.

 ONDRA LYSOHORSKY

18/2/1961 μετάφραση ΑΓΝΗ ΣΩΤΗΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ_ ΣΧΟΙΝΑ

Tα σκυλιά των καραβιών






Υπάρχουν κάτι σκυλιά που οι ναυτικοί τα παίρνουνε μικρά, κουτάβια,
και τα μεγαλώνουνε μέσα στα καράβια
να τά’χουν την ώρα της βάρδιάς τους ή της ανάπαυσης να κουβεντιάζουνε μαζί τους,
την παλαιά πιστότητα της φιλίας να θυμούνται.
Κι έκείνα τρέχουν από τη μιάν άκρη του καταστρώματος ως την άλλην.
Πότε την ουρά τους κουνούν, πότε κουβαριάζονται τις ώρες της θαλασσοταραχής
κι ακούνε έχοντας τα μάτια τους μισόκλειστα με την όρθια την ακοή τους
το πανδαιμόνιο των ψηλών κυμάτων , το σκαμπανέβασμα του πλοίου
συνηθισμένα στο θόρυβο της μηχανής, στην ακινησία της γαλανής γαλήνης.
( Στα βουερά τα πέλαγα το μέτρο της σιωπής συνέχεια σπουδάζουν).

Υπάρχουν τα σκυλιά των καραβιών που νοσταλγούν την πατρίδα τους,
το χώμα, την πράσινη στερεότητα στις πλαγιές τις βουνίσιες όπου σε  νυχτοβίγλες
τ΄άλλα τ΄ αδέλφια τους γυμνάζουνε στο πέρασμα των αγριμιών την όσφρησή τους,
καλοί φύλακες των προβάτων. Αλλά κάποτε όταν αράζουν σε λιμάνια
τα σκυλιά των καραβιών που έχουν ξεχάσει να γαυγίζουν, ξαφνικά
στο έναστρο μεσονύκτιο μέσα στη σιγαλιά της γης σα να φέρνουν κληρονομικά
στη μνήμη τους τρεχάμενα νερά, ποτάμια, βρύσες, κύμανση  χλόης,
για λίγη βεβαιότητα στεριάς με υλακές γυμνές, διακριτικές, έρημες από κάθε απόκριση
και γι΄αυτό μέσα στη φανερή τους ματαιότητα τόσον ανυπεράσπιστες,
τόσο πολύ παραπονεμένες

ΣΑΡΑΝΤΟΣ ΠΑΥΛΕΑΣ 1968


Ο Σαράντος Παυλέας γεννήθηκε στην Πλάτσα της μεσσηνιακής Μάνης τον Απρίλιο του 1917. Ο πατέρας του ήταν καθηγητής φιλόλογος. Έκανε σπουδές Φιλολογίας και Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1945 εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη. Εργάστηκε ως καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης στο Αμύνταιο, στη Θεσσαλονίκη και στην Ξάνθη κι έγινε γυμνασιάρχης.
Το 1939 δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή «Αποδημίες». Του έχουν απονεμηθεί το 2ο Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 1979, το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών το 1983 και το Βραβείο Ποίησης του Ιδρύματος Ουράνη το 1991 (για τις ποιητικές συλλογές «Φορητός Καθρέπτης» και «Ελεγεία για της Ρωξάνης Παυλέα την τολμηρή της αναχώρηση»). Ήταν μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και του Συνδέσμου Ελλήνων Λογοτεχνών. Επίσης, μέλος της κριτικής επιτροπής των βραβείων του Δήμου Θεσσαλονίκης.
Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, πολωνικά.Πέθανε το 2005.

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2014

ΣΤΟ ΣΤΑΥΡΑΕΤΟ



Ἀπὸ μικρὸ κι ἀπ’ ἄφαντο πουλάκι, σταυραϊτέ μου,
παίρνεις κορμὶ μὲ τὸν καιρὸ καὶ δύναμη κι ἀγέρα
κι ἁπλώνεις πῆχες τὰ φτερὰ καὶ πιθαμὲς τὰ νύχια
καὶ μὲς στὰ σύγνεφα πετᾶς, μὲς στὰ βουνὰ ἀνεμίζεις·
φωλιάζεις μὲς στὰ κράκουρα, σχυνομιλᾶς μὲ τ’ ἄστρα,
μὲ τὴν βροντὴ ἐρωτεύεσαι κι ἀπιδρομᾶς καὶ παίζεις
μὲ τ’ ἄγρια ἀστραποπέλεκα καὶ βασιλιάν σὲ κράζουν
τοῦ κάμπου τὰ πετούμενα καὶ τοῦ βουνοῦ οἱ πετρίτες.

Ἔτσι ἐγεννήθηκε μικρὸς κι ὁ πόθος μου στὰ στήθη
κι ἀπ’ ἄφαντο κι ἀπ’ ἄπλερο πουλάκι, σταυραϊτέ μου,
μεγάλωσε, πῆρε φτερά, πῆρε κορμὶ καὶ νύχια
καὶ μοῦ ματώνει τὴν καρδιά, τὰ σωθικά μου σκίζει·
κι ἔγινε τώρα ὁ πόθος μου ἀϊτός, στοιχειὸ καὶ δράκος
κι ἐφώλιασε βαθιὰ βαθιὰ μὲς στ’ ἄσαρκο κορμί μου
καὶ τρώει κρυφὰ τὰ σπλάχνα μου, κουφοβοσκάει τὴ νιότη.
Μπεζέρισα νὰ περπατῶ στοῦ κάμπου τὰ λιοβόρια.
Θέλω τ’ ἀψήλου ν’ ἀνεβῶ· ν’ ἀράξω θέλω, ἀϊτέ μου,
μὲς στὴν παλιά μου κατοικιά, στὴν πρώτη τὴ φωλιά μου,
θέλω ν’ ἀράξω στὰ βουνά, θέλω νὰ ζάω μ’ ἐσένα.
Θέλω τ’ ἀνήμερο καπρί, τ’ ἀρκούδι, τὸ πλατόνι,
καθημερινή μου κι ἀκριβῆ νὰ τὰ ’χω συντροφιά μου.
Κάθε βραδούλα, κάθε αὐγή, θέλω τὸ κρύο τ’ ἀγέρι
νὰ ’ρχεται ἀπὸ τὴν λαγκαδιά, σὰν μάνα, σὰν ἀδέρφι,
νὰ μοῦ χαϊδεύη τὰ μαλλιὰ καὶ τ’ ἀνοιχτά μου στήθη.

Θέλω ἡ βρυσούλα, ἡ ρεματιά, παλιὲς γλυκές μου ἀγάπες,
νὰ μοῦ προσφέρουν γιατρικὸ τ’ ἀθάνατα νερά τους.
Θέλω τοῦ λόγγου τὰ πουλιὰ μὲ τὸν κελαηδισμό τους
νὰ μὲ κοιμίζουν τὸ βραδύ, νὰ μὲ ξυπνοῦν τὸ τάχυ.
Καὶ θέλω νὰ ’χω στρῶμα μου, νὰ ’χω καὶ σκέπασμά μου
τὸ καλοκαίρι τὰ κλαδιὰ καὶ τὸν χειμῶ τὰ χιόνια.
Κλωνάρια ἀπ’ ἀγριοπρίναρα, φουρκάλες ἀπὸ ἐλάτια
θέλω νὰ στρώνω στοιβανιὲς κι ἀπάνου νὰ πλαγιάζω,
ν’ ἀκούω τὸν ἦχο τῆς βροχῆς καὶ νὰ γλυκοκοιμιέμαι.

Ἀπὸ ἡμερόδεντρον, ἀϊτέ, θέλω νὰ τρώω βαλάνια,
θέλω νὰ τρώω τυρὶ ἀλαφιοῦ καὶ γάλα ἀπ’ ἄγριο γίδι.
Θέλω ν’ ἀκούω τριγύρω μου πεῦκα κι ὀξιὲς νὰ σκούζουν,
θέλω νὰ περπατῶ γκρεμούς, ραϊδιά, ψηλὰ στεφάνια,
θέλω κρεμάμενα νερὰ δεξιὰ ζερβιὰ νὰ βλέπω.
Θέλω ν’ ἀκούω τὰ νύχια σου νὰ τὰ τροχᾶς στὰ βράχια,
ν’ ἀκούω τὴν ἄγρια σου κραυγή, τὸν ἴσκιο σου νὰ βλέπω.
Θέλω, μὰ δὲν ἔχω φτερά, δὲν ἔχω κλαπατάρια.
Καὶ τυραννιέμαι καὶ πονῶ καὶ σβηέμαι νύχτα μέρα.
Παρακαλῶ σε, σταυραϊτέ, γιὰ χαμηλώσου ὀλίγο
καὶ δώσ’ μου τὲς φτεροῦγες σου καὶ πάρε μὲ μαζί σου,
πάρε μὲ ἀπάνω στὰ βουνά, τί θὰ μὲ φάει ὁ κάμπος!

ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ

Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2014

ΛΑΦΙΝΑ ( ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ)



Όλα τα λάφια βόσκουνε κι όλα δροσολογιούνται
Μον' μια λαφίνα ταπεινή δεν πάει κοντά με τ' άλλα
Μόνο στ' απόσκια περπατεί, τ' απόζερβα αγναντεύει
Κι όπου έβρει γάργαρο νερό θολώνει το και πίνει
Κι ο ήλιος την ερώτησε κι ο ήλιος τη ρωτάει
Γιατί λαφίνα μ' ταπεινή δεν πας κοντά με τ' άλλα
Μόνο στ' απόσκια περπατείς τα απόζερβα 'γναντεύεις
Κι όπου έβρεις γάργαρο νερό θολώνεις το και πίνεις
Ήλιε μου Σα με ρώτησες θα σου το μολογήσω
Δώδεκα χρόνους έκαμα μόνη χωρίς ελάφι
Δώδεκα χρόνους ήλιε μου στείρα χωρίς ελάφι
Κι από τους δώδεκα κι ομπρός απέκτησα λαφάκι.
Και σαν εβγήκε ο βασιλιάς να λαφοκυνηγήσει
Το ειδέ που βόσκαε μοναχό, ρίχνει και το σκοτώνει
Γι' αυτό στ' απόσκια περπατώ τ' απόζερβα αγναντεύω
Κι όπου βρω γάργαρο νερό θολώνω το και πίνω
Κι ο ήλιος τότε εδάκρυσε και τα βουνά ριγήσαν
Και το φεγγάρι έσβησε ν' ακούσει το ελάφι
Κι οι λαγκαδιές κι οι ρεματιές μαζί του αναστενάξαν
Να κάνει η μάνα το παιδί, να το σκοτών' ο άλλος
Κλάψε με, μάνα κλάψε με, με ήλιο με φεγγάρι.


Σάββατο 9 Αυγούστου 2014

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΝΑ ΠΑΓΩ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΑ ΓΑΊΔΟΥΡΑΚΙΑ



Σα φτάσει η ώρα μου να' ρθώ σ' Εσένα, ας είναι Θέ μου
μέρα που η γιορτινή εξοχή θ΄αυγάζει μες στη σκόνη.
Θέλω, καθώς συνήθιζα να κάνω εδώ στη γή μας,
απ΄ένα δρόμον εκλογής δικής μου να βαδίσω
προς τον Παράδεισο που εκεί και μέρα τ΄άστρα λάμπουν.
Κρατώντας το μπαστούνι μου θα πάω ν΄ανηφορίσω
κι αυτά θα πώ στους φίλους μου τα πράα τα γαϊδουράκια:
Aτός μου είμαι ο Francis Jammes , στον Παράδεισο πάγω
(στη χώρα του Θεούλη μας, κόλαση δεν υπάρχει).
Και θα τους πω : Ακλουθάτε με σύντροφοι του γαλάζιου,
καλά μου ζώα που τ΄αυτιού μιά κίνησή σας διώχνει
μέλισσες κι αλογόμυγες και της ξυλιάς τη βίτσα...

΄Αμποτε μπρος Σου να σταθώ μαζί μ΄αυτά τα ζώα
που τόσο τ΄αγαπώ γιατί σκύβοντας το κεφάλι
τα βηματάκια σταματούν ενώνοντας τα πόδια
μ΄ολόγλυκο έναν τρόπο τους που σου γεννάει συμπόνια.
Θα φτάσω, θα μ΄ακολουθούν τα πλήθη των αυτιών τους
και θά ' ναι όσα φορτώθηκαν στη ράχη τους κοφίνια
κι εκείνα που τα ζέψανε σ΄αμάξια σαλτιμπάγκων
ή σε καρότσια με πλουμώ και σκεύη της κουζίνας
και τ΄άλλα που κουβάλησαν στην πλάτη τους μπιντόνια.
Μαζί τους θά ναι κι έγκυες γαϊδούρες που απ΄το βάρος
βαδίζουν παραπατηχτά, θά ΄ναι και γαϊδουράκια,
πανταλονάκια που φορούν απάνω απ΄τις πληγές τους,
αυτές που τις ανοίξανε πεισματωμένες μύγες
που φέρνουνε τους γύρους τους και τα καταπληγώνουν.
Αξίωσέ με ειρηνικά μ΄αυτά τα γαϊδουράκια,
μπροστά Σου Θέ μου να σταθώ και στείλε τους αγγέλους
στα ποταμάκια να μας παν πώχουν στις όχθες κλάρες
όπου κεράσια τρέμουνε γλυκά καθώς η σάρκα
των κορτιστιώνε που γελούν και κάνε εδώ στον τόπο
που όρισες νά' ρχονται οι ψυχές, εδώ στα νάματά Σου
σκυφτός, να νιώθω ολόιδιος μ΄αυτά τα γαϊδουράκια
που τη γλυκειά τους ταπεινή θα καθρεφτίζουν φτώχεια
μέσα στο αθάμπωτο νερό της αιωνίας αγάπης.

Jules Laforgue
Aπόδοση στα Ελληνικά, Αλέξανδρος Μπάρας

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2014

ΓΑΤΑ-Ν.ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΥ

Μια γάτα έρχεται απ' την πόρτα της βεράντας και τρίβεται στα πόδια μου να την ταΐσω. Αρπάζει το κρέας που της ρίχνω, μα όταν σκύψω για να τη χαϊδέψω, τραβιέται πίσω και μου βγάζει νύχια. Παράξενο· τα πόδια μου τα εμπιστεύεται, μόνο τα χέρια μου φοβάται. Μα ίσως να 'ναι σοφή: από τα πόδια, το πολύ να φάει κλοτσιά, ενώ τα χέρια μπορεί και να την πνίξουν. Άγρια γάτα· τάχα δεν ξέρει από χάδια, ή μήπως ξέρει και γι' αυτό τραβιέται;

Κι εγώ λάτρεψα πόδια, κι εφαγα κλοτσιές· χάιδεψα χέρια, έφαγα ξύλο. Μα τη σοφία της γάτας δε μπόρεσα ακόμα να την καταλάβω.

[από τα Πεζά ποιήματα, Θεσσαλονίκη, Ιανός 2004]

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος ξεφυλλίζει το βιβλίο του Γιάννη Μοσχόπουλου
Το Ρουμλούκι (Καμπανία) κατά την πρώιμη και μέση οθωμανοκρατία: 
14ος αιώνας - 1830, από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου.
Σε πρώτο πλάνο η Μιραμάρ (φωτογραφία: Γιώργος Κορδομενίδης, 10.2.2013)
 http://entefktirio.blogspot.gr/2013/02/blog-post_1952.html

Δευτέρα 26 Μαΐου 2014

Καναρίνι , Βασίλης Ρώτας






Κυριακή 20 Απριλίου 2014

Το σκοτεινό τρυγόνι



Νεανικό ποίημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη 
«Προς την Μητέρα μου», 
γραμμένο πίσω από ένα γράμμα του, το 1874. 
Η τέταρτη στροφή του ίδιου ποιήματος 
βρίσκεται και στο μυθιστόρημά του «Η Φόνισσα».

Μάνα μου,
εγώ είμαι τ’ άμοιρο
το σκοτεινό τρυγόνι
όπου το δέρνει ο άνεμος
βροχή που το πληγώνει..

Το δόλιο
όπου κι αν στραφεί
απ’ όπου κι αν περάσει
δε βρίσκει πέτρα να σταθεί
κλωνάρι να πλαγιάσει..

Εγώ βαρκούλα μοναχή
βαρκούλα αποδαρμένη
μέσα σε πέλαγο ανοιχτό
σε θάλασσα αφρισμένη..

Παλεύω με τα κύματα
χωρίς πανί, τιμόνι
κι άλλη δεν έχω άγκυρα
πλην την ευχή σου μόνη.

Ποίηση : Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Μουσική :Μιχάλης Λιαπάκης
Ερμηνεία : Σωκράτης Μάλαμας
                             

Δευτέρα 31 Μαρτίου 2014

Τὸ ἀηδόνι ( Κώστας Βάρναλης)


Μάννα, ζεστὴ ἀγουροξυπνᾷς μέσα σὲ χίλια ἀρώματα,
φῶτα πολλὰ καὶ χρώματα
καὶ μοναχὰ ἀπ᾿ τὸ γγίμα
τ᾿ ἀγέρα δένουν μέσα σου κόσμοι καὶ κόσμοι χύμα!

Ἐρωτοφύσημα κι᾿ ἐγὼ τὸ λαμπερό σου φλούδι
τὸ σπάω μὲ τὸ τραγούδι,
ποὺ τὴν ἁπλὴ χαρά μου
ὑψώνει στὰ μεσούρανα πλέον ἄξια ἀπ᾿ τὰ φτερά μου.

Μες᾿ στ᾿ ἄνθη τῆς ροδακινιᾶς, στῆς λεύκας τὴν κορφή,
ὅπου ἤσκιωμα βαθὺ
κι᾿ ὅπου κρύες βρυσοῦλες
πάω τῆς καρδιᾶς μου καὶ μετράω λαχτάρες καὶ τρεμοῦλες.

Μ᾿ ἀστροφεγγιὲς ὁλόβαθες, τριανταφυλλιὰ χαράματα,
μὲ φεγγαρομαλάματα
κι᾿ ὅταν σιγὰ κι᾿ ἀγάλι
βρέχει οὐρανὸς σὲ μιὰ μεριὰ κι᾿ ἠλιοφωτάει στὴν ἄλλη,

τοῦ λαρυγγιοῦ δονῶ ἀψηλά τη φουσκωμένη φλέβα
κι᾿ ἀνέβα ὁ ἀχὸς ἀνέβα
ὅλο καὶ πιὸ μεστώνει
καὶ τὸν ἀγέρα, ξέχειλον ἀπὸ ἡδονές, ματώνει.

Κι᾿ ὅταν σωπάσῃ μου ἡ καρδιὰ καὶ τὸ λαρύγγι σπάσῃ,
στὴ μαγεμένη πλάση
καὶ στὴν καρδιά, ποὺ νιώθει,
καιρὸ βαστᾷ ὁ ἀντίλαλος, καιρὸ πονᾶνε οἱ πόθοι.

Ὤ! δὲ θαμπώνει τὴ λαλιά μου θανάτου φοβέρα :
γῆς καὶ νεροῦ κι᾿ ἀγέρα
δὲν ξέρουνε τὰ γένη,
πὼς ὅ,τι ζεῖ καὶ χαίρεται, σύντομ᾿ ἀργὰ πεθαίνει.

Ὁ χορτασμένος ἔρωτας, τῆς ζωῆς οἱ γλυκάδες,
τῆς πλάσης οἱ ὀμορφάδες
ἔτσι βαθιά με ὁρίζουν,
ποὺ τῆς καρδιᾶς τὸ ξέσπασμα λυγμό μου τὸ γυρίζουν!


Κώστας Βάρναλης

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΚΥΡ ΜΕΝΤΙΟΥ



Στίχοι:  
Κώστας Βάρναλης
Μουσική:  
Λουκάς Θάνου

Ερμηνεία:
Νίκος Ξυλούρης





Δὲ λυγᾶνε τὰ ξεράδια
καὶ πονᾶνε τὰ ρημάδια!
Κούτσα μία καὶ κούτσα δυὸ
τῆς ζωῆς τὸ ρημαδιό!

Μεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν οὗλοι: ἀφέντες, δοῦλοι,
οὗλοι: δοῦλοι, ἀφεντικὸ
καὶ μ᾿ ἀφήναν νηστικό.

Τὰ παιδιά, τὰ καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στὴν παίδεια
μὲ κοτρόνια στὰ ψαχνά,
φοῦχτες μῦγα στ᾿ ἀχαμνά!

Ἀνωχώρι, Κατωχώρι,
ἀνηφόρι, κατηφόρι,
καὶ μὲ κάμα καὶ βροχή,
ὥσπου μοῦ ῾βγαινε ἡ ψυχή.

Εἴκοσι χρονῶ γομάρι
σήκωσα ὅλο τὸ νταμάρι
κι᾿ ἔχτισα, στὴν ἐμπασιὰ
τοῦ χωριοῦ, τὴν ἐκκλησιά.

Καὶ ζευγάρι μὲ τὸ βόδι
(ἄλλο μπόι κι᾿ ἄλλο πόδι)
ὄργωνα στὰ ρέματα
τ᾿ ἀφεντὸς τὰ στρέμματα.

Καὶ στὸν πόλεμ᾿ «ὅλα γιὰ ὅλα»
κουβαλοῦσα πολυβόλα
νὰ σκοτώνωνται οἱ λαοὶ
γιὰ τ᾿ ἀφέντη τὸ φαΐ.

Καὶ γι᾿ αὐτόνε τὸν ἐρίφη
ἐκουβάλησα τὴ νύφη
καὶ τὴν προῖκα της βουνό,
τὴν τιμή της οὐρανό!

Ἀλλὰ ἐμένα σὲ μία σφήνα
μ᾿ ἔδεναν τὸ Μάη τὸ μήνα
στὸ χωράφι τὸ γυμνὸ
νὰ γκαρίζω, νὰ θρηνῶ.

Κι᾿ ὁ παπὰς μὲ τὴν κοιλιά του
μ᾿ ἔπαιρνε γιὰ τὴ δουλειά του
καὶ μοῦ μίλαε κουνιστός:
«Σὲ καβάλησε ὁ Χριστός!

Δούλευε γιὰ νὰ στουμπώσει
ὅλ᾿ ἡ Χώρα κι᾿ οἱ καμπόσοι.
Μὴ ρωτᾷς τὸ πῶς καὶ τί,
νὰ ζητᾷς τὴν ἀρετή!

-Δὲ βαστάω! Θὰ πέσω κάπου!
-Ντράπου! Τὶς προγόνοι ντράπου!
-Ἀντραλίζομαι!... Πεινῶ!...
-Σούτ! θὰ φᾶς στὸν οὐρανό!»

Κι᾿ ἔλεα: ὅταν μίαν ἡμέρα
παρασφίξουνε τὰ γέρα,
θὰ ξεκουραστῶ κι᾿ ἐγώ,
τοῦ θεοῦ τ᾿ ἀβασταγό!

Κι᾿ ὅταν ἕνα καλὸ βράδυ
θὰ τελειώσει μου τὸ λάδι
κι᾿ ἀμολήσω τὴν πνοὴ
(ἕνα ποὺφ εἶν᾿ ἡ ζωή),

Ἡ ψυχή μου θὲ νὰ δράμῃ
στὴ ζεστὴ ἀγκαλιὰ τ᾿ Ἀβράμη,
τ᾿ ἄσπρα, τ᾿ ἀχερένια του
νὰ φιλάει τὰ γένια του!

Γέρασα κι᾿ ὡς δὲ φελοῦσα
κι᾿ ἀχαΐρευτος κυλοῦσα,
μὲ πετάξανε μακριὰ
νὰ μὲ φᾶνε τὰ θεριά.

Κωλοσούρθηκα καὶ βρίσκω
στὴ σπηλιὰ τὸν Ἅη-Φραγκίσκο:
«Χαῖρε φῶς ἀληθινὸν
καὶ προστάτη τῶν κτηνῶν!

Σῶσε τὸ γέρο κυρ Μέντη
ἀπ᾿ τὴν ἀδικιὰ τ᾿ ἀφέντη,
σὺ ποὺ δίδαξες ἀρνὶ
τὸν κυρ λύκο νὰ γενῇ!

Τὸ σκληρὸν ἀφέντη κᾶνε
ἀπὸ λύκο ἄνθρωπο κᾶνε!...»
Μὰ μὲ τὴν κουβέντα αὐτὴ
πόρτα μοῦ ῾κλεισε κι᾿ αὐτί.

Τότενες τὸ μαῦρο φίδι
τὸ διπλό του τὸ γλωσσίδι
πίσω ἀπὸ τὴν ἀστοιβιὰ
βγάζει καὶ κουνάει μὲ βιά:

«Φῶς ζητᾶνε τὰ χαϊβάνια
κι᾿ οἱ ραγιάδες ἀπ᾿ τὰ οὐράνια,
μὰ θεοὶ κι᾿ ὀξαποδῶ
κεῖ δὲν εἶναι παρὰ δῶ.

Ἂν τὸ δίκιο θές, καλέ μου,
μὲ τὸ δίκιο τοῦ πολέμου
θὰ τὸ βρῇς. Ὅπου ποθεῖ
λευτεριά, παίρνει σπαθί.

Μὴ χτυπᾷς τὸν ἀδερφό σου-
τὸν ἀφέντη τὸν κουφό σου!
Καὶ στὸν ἵδρο τὸ δικὸ
γίνε σὺ τ᾿ ἀφεντικό.

Χάιντε θῦμα, χάιντε ψώνιο
χάιντε Σύμβολον αἰώνιο!
Ἂν ξυπνήσεις, μονομιᾶς
θά ῾ρτη ἀνάποδα ὁ ντουνιᾶς.

Κοίτα! Οἱ ἄλλοι ἔχουν κινήσει
κι᾿ ἔχ᾿ ἡ πλάση κοκκινήσει
κι᾿ ἄλλος ἥλιος ἔχει βγῇ
σ᾿ ἄλλη θάλασσ᾿, ἄλλη γῆς».







 

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014

Η ΟΥΡΑ ΤΟΥ ΑΛΟΓΟΥ





Ο καβαλάρης τ” άλογο το “χε μες στην καρδιά του.
Που να “βρει φίλο πιο καλό να λέει τα μυστικά του.

Το τάιζε αγριοκρίθαρο, τετράφυλλο τριφύλλι,
στολίδια είχε στη σέλα του με λαμπερό κοχύλι.

Ήταν λευκό, ήταν κάτασπρο, ήταν γοργό και ξύπνιο,
κάλπαζε στα γυμνά βουνά και ξέφευγε απ” τον ίσκιο.

Μα ένα παλιομεσήμερο, σε μια συκιά από κάτω,
αστρίτης στραβογάμησε και δίνει δαγκωσιά του.

Δεν πέρασαν πέντε λεπτά μα πέρασαν αιώνες
ο καβαλάρης το θρηνεί, χαϊδεύει τους λαγώνες.

«Σύντροφε που ξανοίγεσαι, που χάνεσαι και φεύγεις;
Ας δώσουμε όρκο. Με καιρούς θα σ” εύρω ή θα μ” εύρεις».

Σκυφτός γυρνάει στο σπίτι του, σκυφτός την πόρτα ανοίγει,
καρφώνει τα παράθυρα και στο πιοτό το ρίχνει.

Το άλογο στο μεταξύ τα όρνια το τυλίξαν
το σκελετό και την ουρά μονάχα που τ” αφήσαν.

Περνούσε κι ένας μάστορας που “μαθε στην Κρεμόνα
να φτιάχνει βιόλες και βιολιά που να κρατάνε χρόνια.

Είδε την τρίχα της ουράς άσπρη και μεταξένια,
την πήρε κι έφτιαξε μ” αυτή δοξάρια ένα κι ένα.

Δυο μήνες έκανε ο νιος ν” ανοίξει παραθύρι
την Τρίτη την πρωτομηνιά βγαίνει στο πανηγύρι.

Εκεί “ταν λαουτιέρηδες που θέλαν” παρακάλια
ήταν κι ένας βιολιτζής που έπαιρνε κεφάλια.

«Γεια και χαρά στου βιολιτζή. Χρήμα πολύ θα δώσω.
Θέλω ν” ακούσω απ” τα καλά, μήπως και ξαλαφρώσω».

Δέκα φορές το πέρασε ρετσίνι το δοξάρι,
ταιριάζει στο σαγόνι του, τ” όργανο με καμάρι,
και σαν αρχίζει δοξαριές, μια πάνω και μια κάτω,
τον κόσμο φέρνει ανάποδα, τη γη μέσα στο πιάτο.

Πετάει με χούφτες τα λεφτά, ο άντρας και χορεύει
ακούγεται χλιμίντρισμα και το μυαλό του φεύγει



Στίχοι-Μουσική: Θανάσης Παπακωνσταντίνου
Ερμηνεία : Γιάννης Χαρούλης

 

Πέμπτη 6 Μαρτίου 2014

Το πρώτο χελιδόνι



Ήλθες, ήλθες, χελιδόνι, 
 για να διώξεις το χειμώνα,  
ήλθες μ’ άνθη να στολίσεις  
της καλής μας γης το χώμα.
Έλα, έλα, χελιδόνι,  
σε προσμένει η φωλιά σου,  
έλα, έλα, να σκορπίσεις  
το γλυκό κελάδημά σου.
Ήλθες, ήλθες, χελιδόνι,  
 την ακούμε τη λαλιά σου,
 ήλθες, ήλθες και απλώνεις
 μια χαρά σαν τη χαρά σου. 

Κώστας Καρυωτάκης 

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014

ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΑ ΓΙΑ ΚΑΤΟΙΚΙΔΙΑ ΤΡΙΖΟΝΙΑ! ΑΝCIENT GREEK ΕPIGRAMS FOR CRICKETS ,AS PETS






H Ελληνική Ανθολογία, είναι μιά μεγάλη συλλογή από ελληνικά κείμενα ,  που εκδόθηκε το 1919 , σε μετάφραση στην Αγγλική από τον William Roger Paton, απ΄τον εκδοτικό οίκο G.P.Putnam’s Sons.Αποτελείται κυρίως από ποιήματα και δη επιγράμματα, τα οποία προέρχονται από την Παλατινή Ανθολογία του 10 αι. και την ανθολογία του Πλανούδη του 14ου αι στις οποίες είχαν συγκεντρωθεί κείμενα από τον 3ο π. Χ αι.
Ανάμεσα στα διάφορα επιγράμματα της αρχαιότητος με έκπληξη ο αναγνώστης μπορεί να ανασύρει και αρκετά που γράφτηκαν είτε ως εγκώμια είτε ως ταφικά επιγράμματα για διάφορα είδη κατοικιδίων ζώων. Σ΄αυτή την ανάρτηση θ΄ασχοληθούμε με το πιό παράδοξο κατοικίδιο, το μικρό και ταπεινό τριζόνι  που οι  αρχαίοι ΄Ελληνες εκτιμούσαν ιδιαίτερα για τα μουσικά του προσόντα , τα οποία αναδεικνύονται στην ποίηση που ακολουθεί. Η μετάφραση έχει γίνει από την Αμαλία Τρ. Κατσούλα, για το Blog μας, χωρίς πάντα ν΄ακολουθείται κατά λέξη το κείμενο, ωστόσο νομίζουμε πως αποδίδεται περίφημα το νόημά του.

 *********************************************************************************

The greek Anthology  , published in 1919,( Greek text and English translations by William Roger Paton.   publisher G.P.Putnam’s Sons) and also called Anthologia Graeca is a collection of poems, mostly epigrams that span the classical and Byzantine periods of Greek literature. Most of the material of the Greek Anthology comes from two manuscripts, the Palatine Anthology of the 10th century and the Anthology of Planudes (or Planudean Anthology) of the 14th century.
Some of the  included epigraghs are dedicated to crickets as pets. The following small poems have been written between 300 b.C and 60 a.C. We corrected only the name of the insect.Instead of Locust we wrote Cricket, although the greek word  Akris means Locust. Ancient greeks didnot use different words for locust and cricket and it's obvious that the nightingale of earth is the cricket and not the locust.


 ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ (1ος αι. μ.Χ)

Ακρίς, εμών απάτημα πόθων, παραμύθιον ύπνου,

Ακρίς, αρουραίη Μούσα, λιγυπτέρυγε,

Αυτοφυές μίμημα λύρας, κρέκε μοι τι ποθεινόν,

Εκγρούουσα φίλοις ποσσί λάλους πτέρυγας,

Ως με πόνων ρύσαιο παναγρύπνοιο μερίμνης,

Ακρί, μιτωσαμένη φθόγγον ερωτοπλάνον.

Δώρα δε σοι γήτειον αειθαλές ορθρινά δώσω,

Και δροσεράς στόματι σχιζομένας ψακάδας.


Cricket , bequiler of my loves, persuader of sleep,

Cricket , shrill-winged Muse of the corn fields, nature’s

mimic lyre, play for me some tune I love, beating

With thy dear feet thy talking wings, that so, cricket,

Thou mayest deliver me from the pains of sleepless

Care, weaving a song that enticeth Love away. And

In the morning I will give thee a fresh green leek,

And drops of dew sprayed from my mouth.


Τριζόνα,  γητεύτρα των πόθων μου,  πειθώ του ύπνου, Τριζόνα λιγυρόπτερη, Μούσα της γης,

 της φύσης μίμημα  λύρας, παίξε  για μένα  σκοπό ποθητό,

 χτυπώντας με τα λατρεμένα  πόδια σου , τα φλύαρα φτερά σου ,

 τόσο, που να με λυτρώσεις απ΄τις έγνοιες  του με κρατούν ξάγρυπνο, ακρίδα!
υφαίνοντας τραγούδι     ερωτοπλάνο.

Δώρο δε με την αυγή, έν΄ανθισμένο αμπελόπρασο θα σου χαρίσω, Και  με σταγόνες δροσιάς  τα χείλη μου  θα σε ραντίσουν.

 ********************



ΦΑΕΝΝΟΥ (3ος π.Χ αι)
 
Δαμοκρίτω μεν εγώ, λιγυράν όκα μούσαν ενείην

Ακρίς από πτερύγων, τον βαθύν άγον ύπνον.

Δαμόκριτος δ΄επ εμοί τον εοικότα τύμβον, οδίτα,

Εγγύθεν Ωρωπού χεύειν αποφθιμένα.



I am the cricket who brought deep sleep to Democritus,

When I started the shrill music of my wings.

And Democritus, o wayfarer, raised for me when i

died a seemly tomb near Oropus.




Είμαι το τριζόνι που έφερνε βαθύ ύπνο στον  Δημόκριτο, όταν άρχιζε το λιγυρόφωνο τραγούδι  των φτερών μου. Και ο Δημόκριτος, ώ οδοιπόρε,, έφτιαξε για μένα σαν πέθανα

αυτό τον σεμνό τάφο κοντά  στον Ωρωπό.

***************************************


ΜΝΑΣΑΛΚΟΥ( 3ος π.Χ)

Ακρίδα Δημοκρίτου μελεσίπτερον άδε θανούσαν

Άργιλος δολιχάν αμφί κέλευθον έχει,

Ας και, ότ ιθύσειε πανέσπερον ύμνον αείδειν,

Παν μέλαθρον μολπάς ίαχ΄υπ΄ευκελάδου.


This clay vessel set beside the far-reaching road

Holds the body of Democritus ‘ cricket that made music

With its wings. When it started to sing its long eventing hymn,

All the house rang with the melodious song.


Το σώμα του τριζονιού του Δημόκριτου, με τα μελωδικά φτερά,

που δεν ζει πιά,

αυτό το όστρακο, πλάι στον μεγάλο δρόμο, κλείνει.

΄Οταν αρχίνιζε να ψάλλει τον ολονύχτιο ύμνο του,

όλο το σπίτι αντηχούσε  απ΄το μελωδικό του τραγούδι.


Ουκέτι δη πτερύγεσσι λιγυφθόγγοισιν αείσεις,

Ακρί, κατ΄ευκάρπους αύλακας εζομένα,

Ουδέ με κεκλιμένον σκιεράν υπό φυλλάδα τέρψεις,

Ξουθάν εκ πτερύγων αδύ κρέκουσα μέλος


No longer, cricket, sitting in the frutful furrows

Shalt thou sing with thy shrill-toned wings, nor shalt

Thou delight me as I lie under the shade of the

Leaves, striking sweet music from thy tawny wings.

Δεν θα τραγουδάς  πιά με τα λιγυρόφωνα φτερά σου,
τριζόνι, κουρνιασμένο σε καρπερά αυλάκια,
Ούτε θα με τέρπεις πιά, όταν ξαπλώνω στη σκιά των φύλλων,

Κρούοντας  γλυκό σκοπό  με τα χρυσόξανθα   φτερά σου



**************************


ΛΕΩΝΙΔΟΥ ΤΑΡΑΝΤΙΝΟΥ( 300- 250 π.Χ)

Ει και μικρός ιδείν και επ΄ούδεος, ώ παροδίτα,

Λάας ο τυμβίτης άμμιν επικρέμαται,

Αινοίης, ώνθρωπε, Φιλαινίδα. Την γαρ αοιδόν

Ακρίδα, την εύσαν το πριν ακανθοβάτιν,

Διπλούς ες λυκάβαντας εφίλατο την καλαμίτιν,

Καμφίεφ, υμνιδίων χρησαμένην πατάγω.

Και μ΄ουδέ φθιμένην απανήνατο. Τούτο δ΄εφ ημίν

Τωλίγον ώρθωσεν σάμα πολυστροφίης.


Wayfarer, though the tombstone that surmounts
My grave seems small and almost on the ground,

Blame nto Philaenis. Me, her singing cricket, that

Used to walk on thistles, a thing that looked like a

Straw, she loved and cherished for two years, because

I made a melodious noise. And even when I was

Dead she cast me not away, but built this little

Monument of my varied talent.



Οδοιπόρε, αν ο τύμβος που υψώθηκε στον τάφο μου

σου φαίνεται μικρός και χαμηλός,

Μην κατηγορήσεις την Φιλαινίδα. 
Εμένα, την τραγουδιάρα  τριζόνα της,
 που πριν πατούσα στ΄αγκάθια  , την καλαμιώτισσα, 
δύο χρόνια μ΄αγαπούσε και με λάτρευε,
 επειδή θορυβούσα μελωδικά.
 Κι όταν πέθανα δεν με πέταξε, αλλά έφτιαξε αυτό
 το μικρό μνήμα  , για τις  ποικίλες χάρες  μου.


ΣΙΜΙΟΥ


Τάνδε κατ΄εύδενδρον στείβων δρίος είρυσα χειρί

Πτώσσουσαν βρομίης οινάδος εν πετάλοις,

Όρα μοι ευερκεί καναχάν δόμω ένδοθι θείη,

Τερπνά δι αγλώσσου φθεγγομένα στόματος.

This cricket crouching in the leaves of a vine I

Caught as I was walking in this copse of fair trees, so

That in a well-fenced home it may make noise for me,

Chirping pleasantly with its tongqueless mouth.


Αυτό το τριζόνι που φώλιαζε  στα φύλλα τ΄αμπελιού,

το έπιασα καθώς περπατούσα στο αλσύλλιο με τα όμορφα δένδρα.

Μου φαίνεται πως  σε καλά  περιφραγμένο σπίτι,  μπορεί να κελαηδεί
για μένα γλυκά , με το άγλωσσο  στόμα του.




Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014

Epitaph to a Dog, Lοrd Byron ( ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ Σ' EΝΑ ΣΚΥΛΟ) Λ. Bύρων

A Landseer Newoundland dog, the breed Byron eulogized, painted by Edwin Henry Landseer(1802–1873
                          ΄Ενα σκυλί της Νέας Γής, ίδιας ράτσας με τον Λοστρόμο του Λ.Βύρωνα.

******************************************************

To ποίημα αυτό γράφτηκε από τον Λόρδο Βύρωνα το 1808, μετά τον πρόωρο θάνατο του σκύλου του Boatswain, από λύσσα. Ο λόρδος Βύρων τον περιέθαλψε ο ίδιος με πολύ στοργή χωρίς να φοβηθεί , μέχρι την τελευταία του πνοή.

Near this Spot
are deposited the Remains of one
who possessed Beauty without Vanity,
Strength without Insolence,
Courage without Ferocity,
and all the virtues of Man without his Vices.

This praise, which would be unmeaning Flattery
if inscribed over human Ashes,
is but a just tribute to the Memory of
BOATSWAIN, a DOG,
who was born in Newfoundland May 1803
and died at Newstead Nov. 18, 1808.

When some proud Son of Man returns to Earth,
Unknown to Glory, but upheld by Birth,
The sculptor’s art exhausts the pomp of woe,
And storied urns record who rests below.
When all is done, upon the Tomb is seen,
Not what he was, but what he should have been.
But the poor Dog, in life the firmest friend,
The first to welcome, foremost to defend,
Whose honest heart is still his Master’s own,
Who labours, fights, lives, breathes for him alone,
Unhonoured falls, unnoticed all his worth,
Denied in heaven the Soul he held on earth –
While man, vain insect! hopes to be forgiven,
And claims himself a sole exclusive heaven.

Oh man! thou feeble tenant of an hour,
Debased by slavery, or corrupt by power –
Who knows thee well must quit thee with disgust,
Degraded mass of animated dust!
Thy love is lust, thy friendship all a cheat,
Thy tongue hypocrisy, thy heart deceit!
By nature vile, ennobled but by name,
Each kindred brute might bid thee blush for shame.
Ye, who behold perchance this simple urn,
Pass on – it honours none you wish to mourn.
To mark a friend’s remains these stones arise;
I never knew but one -- and here he lies.


 Lord Byron (1788-1824) 


Κοντά σ΄αυτό το σημείο, κείτονται τα λείψανα κάποιου που διέθετε ομορφιά χωρίς ματαιοδοξία, δύναμη χωρίς αυθάδεια , θάρρος χωρίς βαρβαρότητα και όλες τις αρετές του ανθρώπου, χωρίς τα ελαττώματά του.
 Αυτός ο επαινος που θα μπορούσε να είναι μιά ανούσια κολακεία, αν χαρασσόταν πάνω απ΄ανθρώπινες στάχτες, δεν είναι παρά ο δίκαιος φόρος τιμής, στη μνήμη του Λοστρόμου, ενός σκύλου που γεννήθηκε στη Νέα Γη, τον Μάιο του 1803 και πέθανε στο Νιούστεντ στις 18 Νοεμβρίου του 1808.
'Οταν κάποιος περήφανος Γιός του Ανθρώπου επιστρέφει στη Γή, άγνωστος στη Δόξα, μ΄αποδεκτός από τη γέννησή του, η τέχνη του γλύπτη εξαντλεί την μεγαλοπρέπεια της θλίψης και χιλιοτραγουδισμένες τεφροδόχοι μιλούν γι΄αυτόν που αναπαύεται από κάτω. 
΄Οταν όλα έχουν τελειώσει , στο μνήμα θα δεί κανείς, όχι αυτό που ήταν αυτός πράγματι, αλλ΄αυτό που θα έπρεπε να είναι.
Μα το φτωχό σκυλί, ο σταθερότερος φίλος στη ζωή, ο πρώτος που καλωσορίζει, ο πρώτος που υπερασπίζει, που η άδολη καρδιά του ανήκει ακόμη στον κύριό του, που μοχθεί, πολεμά, ζεί κι΄αναπνέει μόνο γι΄αυτόν, χωρίς τιμές πέφτει , απαρατήρητη η όλη αξία του, απαρνημένη στον ουρανό η ψυχή πού' χε στη γή.
Ενώ ο άνθρωπος, ματαιόδοξο έντομο! ελπίζει να συγχωρεθεί διεκδικώντας για τον εαυτό του έναν αποκλειστικά δικό του παράδεισο.
΄Ω, άνθρωπε! αδύναμε συ νοικάρη μιάς και μόνης ώρας, απαξιωμένε απ΄τη δουλεία, διεφθαρμένε απ΄την εξουσία, όποιος σε ξέρει καλά, να ξεκόψει σου πρέπει μ΄αηδία.
Ευτελισμένη μάζα κινουμένων σχεδίων από σκόνη!
Η αγάπη σου λαγνεία, η φιλία σου απάτη, η γλώσσα σου υποκρισία,  η καρδιά σου ψευτιά.
Απ΄τη φύση σου χυδαίος και κατ΄όνομα ευγενής,
οποιοδήποτε αγρίμι  θα μπορούσε να σε κάνει να κοκκινίσεις από ντροπή.
Εσύ, που τυχόν θα δεις αυτή την απλή τεφροδόχο, προσπέρνα, δεν τιμά κανέναν απ΄αυτούς που θες να θρηνήσεις.
Για σήμα  σ΄ό,τι απέμεινε απ΄το φίλο, αυτές οι πέτρες υψώθηκαν. Δεν γνώρισα ποτέ παρά μονάχα έναν και κείται εδώ

(μετάφραση Αμαλία Τρ. Κατσούλα)
Πηγή :Wikipedia.

                                                   


The poem as inscribed on Boatswain's monument
                        Το ποίημα όπως χαράχτηκε στο μνημείο του Λοστρόμου.

Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2014

ΙΕΡΑ ΟΔΟΣ

 
από arxaiaithomi.gr


Ἀπὸ τὴ νέα πληγὴ ποὺ μ᾿ ἄνοιξεν ἡ μοίρα ἔμπαιν᾿ ὁ ἥλιος, θαρροῦσα, στὴν καρδιά μου μὲ τόση ὁρμή, καθὼς βασίλευε, ὅπως ἀπὸ ραγισματιὰν αἰφνίδια μπαίνει τὸ κύμα σὲ καράβι π᾿ ὁλοένα βουλιάζει. 
 
Γιὰ ἐκεῖνο πιὰ τὸ δείλι,σὰν ἄρρωστος, καιρό, ποὺ πρωτοβγαίνει ν᾿ ἀρμέξει ζωὴ ἀπ᾿ τὸν ἔξω κόσμον, ἤμουν περπατητὴς μοναχικὸς στὸ δρόμο ποὺ ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν Ἀθήνα κ᾿ ἔχει σημάδι του ἱερὸ τὴν Ἐλευσίνα.Τί ἦταν γιὰ μένα αὐτὸς ὁ δρόμος πάντα σὰ δρόμος τῆς Ψυχῆς.

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

Η ΓΑΛΗ




Είν’ η γαλή αντιπαθής εις τους κοινούς ανθρώπους.
Μαγνητική και μυστική, τον επιπόλαιόν των
        κουράζει νουν· και τους χαρίεντάς της τρόπους
                δεν εκτιμούν. [                  ]
        [                                             ]
        [                                             ]

Aλλ’ είναι της γαλής ψυχή η υπερηφάνειά της.
Το αίμα και τα νεύρα της είν’ η ελευθερία.
        Ποτέ δεν είναι ταπεινά τα βλέμματά της.
                Εν των παθών της δε τω πάντοτε κρυπτώ,
        εν τη καθαριότητι, εν τη ηρεμία
        και καλλονή των στάσεων, τη εγκρατεία

ενδείξεων, πόση λεπτή αισθήσεων αγνότης
ευρίσκεται. Ότ’ αι γαλαί ρεμβάζουν ή κοιμώνται
        τας περιβάλλει οραματισμού ψυχρότης.
        Ίσως τριγύρω των τότε περιπλανώνται

φάσματα παλαιών καιρών. Ίσως η οπτασία
εις Βούβαστιν τας οδηγεί· όπου τα ιερά των
        ήνθουν, και Pαμεσών τας έστεφε λατρεία,
        κ’ ην οιωνός εις ιερείς παν κίνημά των.
(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)Κ. Καβάφης

ΞΑΝΘΟΣ ΚΑΙ ΒΑΛΙΟΣ (Κ.ΚΑΒΑΦΗΣ)


          ΞΑΝΘΟΣ ΚΑΙ ΒΑΛΙΟΣ Anthony van Dyck National Gallery, London, 1635


Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,

που ήταν τόσο ανδρείος, και δυνατός, και νέος,

άρχισαν τ' άλογα να κλαίνε του Αχιλλέως·

η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε

για του θανάτου αυτό το έργον που θωρούσε.
Τίναζαν τα κεφάλια των και τες μακρυές χαίτες κουνούσαν,
την γη χτυπούσαν με τα πόδια, και θρηνούσαν
τον Πάτροκλο που ενοιώθανε άψυχο -αφανισμένο-
μιά σάρκα τώρα ποταπή -το πνεύμα του χαμένο-
ανυπεράσπιστο -χωρίς πνοή-
εις το μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ' την ζωή.
Τα δάκρυα είδε ο Ζεύς των αθανάτων
αλόγων και λυπήθη. «Στου Πηλέως τον γάμο»
είπε «δεν έπρεπ' έτσι άσκεπτα να κάμω·
καλύτερα να μην σας δίναμε άλογά μου
δυστυχισμένα! Τι γυρεύατ' εκεί χάμου
στην άθλια ανθρωπότητα πούναι το παίγνιον της μοίρας.
Σεις που ουδέ ο θάνατος φυλάγει, ουδέ το γήρας
πρόσκαιρες συμφορές σας τυραννούν. Στα βάσανά των
σας έμπλεξαν οι άνθρωποι». -Όμως τα δάκρυά των
για του θανάτου την παντοτεινή
την συμφοράν εχύνανε τα δυό τα ζώα τα ευγενή. 

 
ΚΩΝ.ΚΑΒΑΦΗΣ